Δημοφιλείς αναρτήσεις

Προς Αναγνώστη Καλωσόρισμα και μια εξήγηση

Αγαπητέ αναγνώστη, καλώς όρισες στα μέρη μας, μπορείς να ξεκουραστείς λίγο εδώ, δεν έχουμε θέματα που λειτουργούν σαν ενοχλητικές μυίγες, εδώ θα βρεις κάποια κείμενα ποίησης ή πεζά, κείμενα φιλοσοφίας, αρχαίου ελληνικού λόγου, κείμενα γραμμένα στις πιο γνωστές ευρωπαϊκές γλώσσες, (μια καλή μετάφραση εκ μέρους σου θα ήταν ευπρόσδεκτη) που μου έκαναν εντύπωση, αν κι εσύ βρεις κάτι, πολύ ευχαρίστως θα το δημοσιεύσω αν είναι κοντά σ'αυτά που αποτελούν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα αυτού του μπλόγκ. Επίσης η Τέχνη αποτελεί κεντρική θέση όσον αφορά στις δημοσιεύσεις αυτού του ιστότοπου, αφού η πρωταρχική μου ενασχόληση από εκεί ξεκινά κι' εκεί καταλήγει. Φανατικά πράγματα μην φέρεις εδώ, δεν είναι αυτός ο τόπος, φτηνές δημαγωγίες επίσης εξαιρούνται, σκέψεις δικές σου, γνήσιες, προβληματισμούς δικούς σου, πολύ ευχαρίστως, ανακύκλωση εκείνου του χαώδους, όπου σεύρω κι όπου μεύρεις, δεν το θέλω. Οι καλές εξηγήσεις κάνουν τους καλούς φίλους. Εύχομαι καλή ανάγνωση.

σημ: κάθε κείμενο μπορεί να αναδημοσιευτεί ελεύθερα φτάνει να αναφέρεται οπωσδήποτε
η πηγή του, δηλ, η ονομασία του μπλόγκ μου.
Σας ευχαριστώ για την κατανόηση!







Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

There’s Always a Class War Going On

Ο πόλεμος των τάξεων ουδέποτε σταμάτησε
( απόσπασμα )

CS: Πώς ο Χάρτης των Δασών σχετίζεται με την περιβαλλοντική αντίσταση  και εκείνη των ιθαγενών στην κατασκευή του Μεγάλου  Κεντρικού Αγωγού πετρελαίου;

NC: Πολύ. Ο Καταστατικός Χάρτης των Δασών, που ήταν η μισή Magna Carta, έχει λίγο πολύ ξεχαστεί. Το δάσος δεν σήμαινε απλώς την άγρια βλάστηση. Σήμαινε κοινή περιουσία, την πηγή της τροφής, καύσιμα. ΄Ηταν μια κοινή ιδιοκτησία, κι έτσι την φρόντιζαν. Τα δάση καλλιεργούνταν από κοινού και λειτουργούσαν, διότι αποτελούσαν τμήμα της κοινής περιουσίας, την πηγή των αγαθών προς το ζειν, κι ακόμα πηγή αξιοπρέπειας. Αυτό κατέρρευσε σιγά σιγά  στην Αγγλία κάτω από αναγκαστικές περιφράξεις, και κρατικές προσπάθειες μετάθεσής τους σε ιδιωτική κατοχή και έλεγχο. Στις Ηνωμένες Πολιτείες αυτό συνέβη διαφορετικά, αλλά η ιδιωτικοποίηση παραμένει η ίδια. Στο τέλος της ημέρας μένει η γενικά αποδεκτή αντίληψη, τώρα σταθερό δόγμα, που ονομάζεται « η τραγωδία των κοινών αγαθών» στη φράση του Garrett Hardin. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, εάν τα πράγματα κατέχονται από κοινού, και όχι ιδιωτικά διαχειριζόμενα, αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα να καταστραφούν.  Η ιστορία δείχνει ακριβώς το αντίθετο: Όταν τα πράγματα κατέχονταν από κοινού, διατηρούνταν και παρέμεναν εν ζωή. Αλλά, σύμφωνα με  την καπιταλιστική ηθική, αν τα πράγματα δεν κατέχονται ιδωτικά, αυτά θα καταστραφούν, και αυτό είναι η « τραγωδία των κοινών αγαθών». ΄Ετσι, επομένως, πρέπει να βάλεις το κάθε τι κάτω από ιδιωτικό έλεγχο και να το πάρεις απ΄τον κόσμο, διότι ο κόσμος είναι επόμενο να το καταστρέψει.

Τώρα, αυτό πώς συνδέεται περιβαλλοντικά; Πολύ σημαντικά: Τα κοινά αγαθά είναι το περιβάλλον. Όταν ανήκουν στο κοινό, δίχως να είναι ιδιοκτησία, αλλά ο καθένας τα διαχειρίζεται σε μια  κοινότητα – αυτά διατηρούνται, στηρίζονται και καλλιεργούνται για την επόμενη γενιά. Εάν κατέχονται ιδιωτικά, θα καταστραφούν εξ αιτίας του κέρδους∙ να τι είναι η ατομική ιδιοκτησία, και αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα.

Αυτό που λες για τον ιθαγενή πληθυσμό είναι πολύ εντυπωσιακό. Υπάρχει ένα τεράστιο πρόβλημα που όλη η ανθρώπινη φυλή αντιμετωπίζει. Η πιθανότητα μια σοβαρής καταστροφής δεν είναι πολύ μακριά. Πλησιάζουμε σ΄ένα είδος ακραίου σημείου, όπου η κλιματική αλλαγή γίνεται μη αναστρέψιμη. Μιλάμε για κάποιες δεκαετίες, ίσως και λιγότερες, αλλά τα προγνωστικά δείχνουν σταθερά μια μεγάλη συντηρητικότητα. Είναι ένας πολύ σοβαρός κίνδυνος∙ κανένα λογικό άτομο δεν μπορεί να αμφιβάλλει. ΄Ολη η ανθρώπινη φυλή αντιμετωπίζει πρώτη φορά στην ιστορία, μια πραγματική απειλή  σοβαρής καταστροφής, και υπάρχουν άνθρωποι που προσπαθούν να κάνουν κάτι γι αυτό, και υπάρχουν και άλλοι που προσπαθούν να κάνουν τα πράγματα χειρότερα. Ποιοι είναι αυτοί; Λοιπόν, αυτοί που προσπαθούν να κάνουν τα πράγματα καλύτερα είναι οι προβιομηχανικές κοινωνίες, οι προτεχνολογικές κοινωνίες,  οι ιθαγενείς κοινωνίες, τα Πρώτα ΄Εθνη. Σε όλο τον κόσμο, υπάρχουν κοινότητες που προσπαθούν να διατηρήσουν τα δικαιώματα της φύσης.

Οι πλούσιες κοινωνίες, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο Καναδάς, ενεργούν με τέτοιο τρόπο ώστε να φέρουν την καταστροφή όσο πιο γρήγορα γίνεται. Αυτό σημαίνει για παράδειγμα, όταν από κοινού τα πολιτικά κόμματα και ο τύπος μιλούν ενθουσιαστικά για « έναν αιώνα ενεργειακής ανεξαρτησίας.» « Ενεργειακή ανεξαρτησία», δεν σημαίνει απολύτως τίποτε, αλλά ας το αφήσουμε αυτό. ΄Ενας αιώνας « Ενεργειακής Ανεξαρτησίας» σημαίνει πώς εξασφαλίζουμε ότι κάθε κομματάκι υπόγειων ορυκτών της Γης θα βγει έξω απ΄το έδαφος και θα καεί. Σε κοινωνίες όπου υπάρχουν
μεγάλοι πληθυσμοί ιθαγενών, όπως, παραδείγματος χάρη, στο Εκουαδόρ, πετρελαιοπαραγωγική χώρα,  οι άνθρωποι προσπαθούν να εξασφαλίσουν υποστήριξη για να κρατήσουν το πετρέλαιο μέσα στο έδαφος. Θέλουν οικονομική στήριξη ώστε να κρατήσουν το πετρέλαιο εκεί που πρέπει να είναι. Εμείς, όμως, πρέπει να βγάλουμε έξω απ΄το ΄εδαφος το κάθε τι, περιλαμβανομένης της πίσσας, ύστερα να το κάψουμε, πράγμα που κάνει τα πράγματα χειρότερα όσο γίνεται, και  όσο πιο γρήγορα γίνεται . ΄Ετσι έχεις αυτό το παράξενο φαινόμενο όπου οι μορφωμένοι, « εξελιγμένοι» πολιτισμένοι άνθρωποι προσπαθούν να κόψουν το λαιμό του καθενός όσο πιο γρήγορα γίνεται και τους ιθαγενείς, λιγότερο μορφωμένους, πιο φτωχούς πληθυσμούς να προσπαθούν να εμποδίσουν την καταστροφή. ΄Αν κάποιος απ τον ΄Αρη παρακολουθούσε, θα σκεφτόταν ότι αυτή η φυλή έχει παραφρονήσει.

μτφρ: ΝΕοκλής Κυριάκου
στη φώτο, φορτηγό μεταφέρει σωλήνες 36 ιντζών για τον Μεγάλο Αγωγό πετρελαίου, που θα ενώσει τον τερματικό του Καναδά και άλλες πηγές εντός της Βορείου Αμερικής με το Τέξας.


ΙΣΠΑΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ


Antonio Machado  ( 26 July 1875 – 22 February 1939 ) 

Και θα πεθάνει δηλαδή  μαζί σου  ο μαγικός ο κόσμος…

Και θα πεθάνει δηλαδή  μαζί σου  ο μαγικός ο κόσμος ,
όπου η θύμηση φυλάει τις πιο αθώες  της ζωής 
 πνοές
της πρώτης αγάπης  τη λευκή σκιά  ,

τη φωνή που στην καρδιά σου έμπαινε ,
το  χέρι  που ζητούσες  να κρατήσεις στ ΄ όνειρο,
και τις αγάπες  όλες 
που την ψυχή  σου αγγίζαν, και τ ΄ουρανού το βάθος;

Και θα πεθάνει δηλαδή  μαζί σου ο κόσμος,
 σου
κι όλ ΄ η  παλιά η  ζωή    που σε καινούρια τάξη έβαλες;

Και  της ψυχής σου θες να πεις οι χοάνες  και
τ ΄αμόνια
μονάχα για την σκόνη και  τον άνεμο δουλεύανε;

μτφρ: Νεοκλής Κυριάκου

Y ha de morir contigo el mundo mago

Y ha de morir contigo el mundo mago
donde guarda el recuerdo
los hálitos más puros de la vida,
la blanca sombra del amor primero,

la voz que fue a tu corazón, la mano
que tú querías retener en sueños,
y todos los amores
que llegaron al alma, al hondo cielo?
Y ha de morir contigo el mundo tuyo,
la vieja vida en orden tuyo y nuevo?

Los yunques y crisoles de tu alma
trabajan para el polvo y para el viento?


Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

Ιταλική ποίηση - Πιερ Πάολο Παζολίνι





Το λαϊκό τραγούδι  ( Il canto popolare )

Απροσδόκητο  το χίλια εννιακόσια πενήντα δύο  πάνω απ ΄ την Ιταλία περνά
Μονάχα  ο λαός  το γνήσιο   αίσθημα κρατά :
ποτέ εκτός χρόνου, και το μοντέρνο δεν μπορεί να τον τυφλώσει, γιατί πάντα ο λαός  πιο μοντέρνος   είναι,
σε χωριά σκορπισμένος , σε περιφέρειες, με νέους ανθρώπους
 πάντα νέους – νέους στο παλιό τραγούδι –
να το λένε ξανά ,   όπως ήταν πρώτα  αληθινό.


Καίει γλυκά   του χρόνου ο πρώτος ήλιος
πάνω απ ΄ της πόλης τις στοές
της επαρχίας,  στα μέρη εκείνα που ,
ακόμα  από χιόνι γνωρίζουν , πάνω στα κοπάδια των Απεννίνων:  στις βιτρίνες των κέντρων
τα νέα χρώματα των ρούχων, οι νέες φορεσιές
όπως  σε φωτιές  καθάριες
 λένε πόσο ξανανιώνει  ο κόσμος σήμερα , καθώς καινούριες  χαρές  σηκώνονται…

Α, εμείς που ζούμε σε μια γενιά μόνο,  κάθε
γενιά που έζησε δω, σ΄αυτούς  εδώ τους τόπους  τώρα πια που  ξέπεσαν , πώς να σκεφτούμε  άλλονε  που ζει την ιστορία σαν παραμύθι
και  ζει καθάρια, κι όχι πέρα απ ΄ τη μνήμη της γενιάς του,  που μέσα της πάλλεται η ζωή  η δική του.

Στη ζωή, που είναι ζωή διότι έτσι στο μυαλό
μας την έχουμε πλασμένη,
για το πέρασμά μας από δω – και τώρα την ξεμάθαμε , άπληστοι να τη σώσουμε – περιμένει – τραγουδώντας ταπεινά,
κρυμμένος μες   στις συνοικίες μας
που δεν εγνώρισε ποτέ,  έτοιμος  απ ΄ τους παλιούς και νέους καιρούς – ο λαός:  σιωπά μέσα του ο άνθρωπος  η μοίρα.

Και  αν σε κείνους τους παλιούς καιρούς γυρίζουμε
και τόχουμε  προνόμιο, άλλοι χείμαρροι
του λαού ιδού τραγουδάνε:  τόχουμε κρατήσει το σχήμα  απ ΄ τον καιρό των πρώτων χρόνων του Χριστού
κι όμως πίσω μένει, ακίνητο, εκείνο το τραγούδι. και το λένε ίδια,
Στις βραδιές  γλόμποι   κι όχι  πια δάδες
 κι η γειτονιά   αλλοιώτικη δεν φαίνεται, δεν φαίνονται αλλιώτικα τα νέα παιδιά  ….

Ανάμεσα στα σκοτεινά περβόλια,  στον οκνό χλωμό ήλιο
Adalbertos komis kurtis!, τα παιδάκια
της Ιβρέας   στριγγλίζουνε, και  στις κοιλάδες
της Τοσκάνης, με τσιριξιές  χελιδονιών:
Hor atorno fratt HelyaTη θεία βία επάνω στις
σκληρές καρδιές ο κλήρος
σπρώχνει , αγροίκος, και νήπια άγρια    τους κρατά  στο φέουδο της επαρχίας  , αυτοκρατορία του θεού:  Και ο λαός τραγουδά.

Ένα μεγάλο κονσέρτο από σκαρπέλα
επάνω στο Καπιτώλιο  ακούγεται,, επάνω στα νέα Απέννινα,
επάνω στα χωριά τα ασπρισμένα από τις ΄Αλπεις, γιγαντώνοντας τη πέτρα του τραβερτίνο στο νέο χώρο όπου ο  ΄Ανθρωπος  ελευθερώνεται : κι ο εργάτης « Πού ήσουνα ψές βράδυ…..»  Dov'andastà
    jersera... τραγουδά, με την ψυχή σπαταλημένη   στον  δικό του γοτθικό  κόσμο. Ο κόσμος σκλαβιά μένει στον λαό. Και ο λαός τραγουδά.

Μαθαίνει ο αστός από γεννησιμιού του το
«Αυτό θα γίνει», ( Ca ira …), κι αναριγά μέσα στον  ναπολεόντειο αέρα μπροστά στον ύμνο του Δέντρου της Ελευθερίας,
τρέμουν τα νέα  των εθνών χρώματα.
Μα, σκύλος πεινασμένος ο εργάτης, τ ΄ αφεντικά του διαφεντεύει, κι  άγρια τραγουδά
Γκουαλιούνε ,  μάλα βίτα!  κοπάδια ανήμερα. Η λευτεριά  φωνή δεν έχει για τη σκυλίσια φτώχεια. Κι ο λαός τραγουδά.

Παιδί  του λαού που τραγουδάς ,
εδώ στη Ρεμπίπια, επάνω στην άθλια όχθη
του Ανιένε το νέο τραγουδάκι, παινεύεσαι  ειν   ΄ αλήθεια, τραγουδώντας  την αρχαία, γιορτή μες την απλή σου την τη ζεστή καρδιά.
 Όμως εσύ ποια σιγουριά σκληρή μαζεύεις  την ώρα που την πλερωμή σου παίρνεις , ανάμεσα σε άξεστες
παράγκες κι ουρανοξύστες, χαρούμενο  σπέρμα στην καρδιά του θλιβερού  κόσμου του λαού.


Μέσα στην  ασυνειδησία σου υπάρχει η συνείδηση
 που η ιστορία μέσα σου θέλει, αυτή η ιστορία
που  για τον ΄Ανθρωπο πια δεν έχει παρά τη  βία
των αναμνήσεων, όχι την μνήμη την ελεύθερη
Κι ύστερα , ίσως δεν έχει να διαλέξει άλλο δρόμο,  απ ΄ το να δώσει στη δίψα του για δίκιο
τη δύναμη της  ευτυχίας της δικιάς του,
και  στο φως  μιας εποχής  που αρχινά, το φως μιας ύπαρξης που δεν γνωρίζει τον εαυτό της.
1952 - 53

Μτφρ: Νεοκλής Κυριάκου

Il canto popolare

    
    Improvviso il mille novecento
    cinquanta due passa sull'Italia:
    solo il popolo ne ha un sentimento
    vero: mai tolto al tempo, non l'abbaglia
    la modernità, benché sempre il più
    moderno sia esso, il popolo, spanto
    in borghi, in rioni, con gioventù
    sempre nuove - nuove al vecchio canto -
    a ripetere ingenuo quello che fu.
    
    Scotta il primo sole dolce dell'anno
    sopra i portici delle cittadine
    di provincia, sui paesi che sanno
    ancora di nevi, sulle appenniniche
    greggi: nelle vetrine dei capoluoghi
    i nuovi colori delle tele, i nuovi
    vestiti come in limpidi roghi
    dicono quanto oggi si rinnovi
    il mondo, che diverse gioie sfoghi...
    
    Ah, noi che viviamo in una sola
    generazione ogni generazione
    vissuta qui, in queste terre ora
    umiliate, non abbiamo nozione
    vera di chi è partecipe alla storia
    solo per orale, magica esperienza;
    e vive puro, non oltre la memoria
    della generazione in cui presenza
    della vita è la sua vita perentoria.
    
    Nella vita che è vita perché assunta
    nella nostra ragione e costruita
    per il nostro passaggio - e ora giunta
    a essere altra, oltre il nostro accanito
    difenderla - aspetta - cantando supino,
    accampato nei nostri quartieri
    a lui sconosciuti, e pronto fino
    dalle più fresche e inanimate ère -
    il popolo: muta in lui l'uomo il destino.
    
    E se ci rivolgiamo a quel passato
    ch'è nostro privilegio, altre fiumane
    di popolo ecco cantare: recuperato
    è il nostro moto fin dalle cristiane
    origini, ma resta indietro, immobile,
    quel canto. Si ripete uguale.
    Nelle sere non più torce ma globi
    di luce, e la periferia non pare
    altra, non altri i ragazzi nuovi...
    
    Tra gli orti cupi, al pigro solicello
    Adalbertos komis kurtis!, i ragazzini
    d'Ivrea gridano, e pei valloncelli
    di Toscana, con strilli di rondinini:
    Hor atorno fratt Helya! La santa
    violenza sui rozzi cuori il clero
    calca, rozzo, e li asserva a un'infanzia
    feroce nel feudo provinciale l'Impero
    da Iddio imposto: e il popolo canta.
    
    Un grande concerto di scalpelli
    sul Campidoglio, sul nuovo Appennino,
    sui Comuni sbiancati dalle Alpi,
    suona, giganteggiando il travertino
    nel nuovo spazio in cui s'affranca
    l'Uomo: e il manovale Dov'andastà
    jersera... ripete con l'anima spanta
    nel suo gotico mondo. Il mondo schiavitù
    resta nel popolo. E il popolo canta.
    
    Apprende il borghese nascente lo Ça ira,
    e trepidi nel vento napoleonico,
    all'Inno dell'Albero della Libertà,
    tremano i nuovi colori delle nazioni.
    Ma, cane affamato, difende il bracciante
    i suoi padroni, ne canta la ferocia,
    Guagliune 'e mala vita! in branchi
    feroci. La libertà non ha voce
    per il popolo cane. E il popolo canta.
    
    Ragazzo del popolo che canti,
    qui a Rebibbia sulla misera riva
    dell'Aniene la nuova canzonetta, vanti
    è vero, cantando, l'antica, la festiva
    leggerezza dei semplici. Ma quale
    dura certezza tu sollevi insieme
    d'imminente riscossa, in mezzo a ignari
    tuguri e grattacieli, allegro seme
    in cuore al triste mondo popolare.
    
    Nella tua incoscienza è la coscienza
    che in te la storia vuole, questa storia
    il cui Uomo non ha più che la violenza
    delle memorie, non la libera memoria...
    E ormai, forse, altra scelta non ha
    che dare alla sua ansia di giustizia
    la forza della tua felicità,
    e alla luce di un tempo che inizia
    la luce di chi è ciò che non sa.
    
    1952-53





Σύγχρονη κυπριακή πεζογραφία    

ΛΕΎΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ                                


 Η ΚΗΔΕΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ   ( πρώτο σχεδίασμα )


                                                                      Στο στήθος μου η πληγή ανοίγει πάλι
                                                                                                 Γιώργος Σεφέρης

Ήταν Σεπτέμβριος του 1971. Πήγε στο περίπτερο κι αγόρασε μια εφημερίδα. Είδε τι ώρα θα γινόταν η κηδεία κι επέστρεψε στο διαμέρισμα.  Σκεφτόταν τι να κάνει, αν έπρεπε κα κατέβει Αμερικής, στη φοιτητική ένωση των Κυπρίων.
     Πήρε το λεωφορείο από την Πλατεία Αγίου Θωμά. Τι θα τους έλεγε, πώς θα αντιδρούσαν κι αν θα δεχόντουσαν να κάνουν κάτι. Μια ανακοίνωση για τη σχέση του με το νησί ή τέλος πάντων να στείλουν ένα στεφάνι. Και γιατί να τον ακούγανε σε ό,τι θα τους έλεγε. Ο ποιητής είχε κάνει μια δήλωση κι όποια κίνηση των φοιτητών θα προκαλούσε ίσως την αντίδραση της υπηρεσίας αλλοδαπών. Άλλο κράτος εμείς άλλο αυτοί εδώ και τρέχα γύρευε να βρεις άκρη στο νήμα της Αριαδνής και στις πολιτικές συνέπειες.
   Κατέβηκε στην Ακαδημίας. Απέναντι το άγαλμα του Κωστή Παλαμά, πίσω η Εθνική Βιβλιοθήκη και το Πανεπιστήμιο. Παντού αστυνομικοί, μια πόλη στους καθημερινούς ρυθμούς της. Κατέβηκε Πανεπιστημίου και περπάτησε για λίγο κι έστριψα Αμερικής. Ανέβηκε στα γραφεία της Εθνικής Φοιτητικής Ένωσης Κυπρίων και ζήτησε να δει κάποιον του συμβουλίου. Τον οδήγησαν σε ένα γραφείο.
--Ναι, τι θέλετε; Να σας εξυπηρετήσουμε.
--Σήμερα θα γίνει στην Πλάκα η κηδεία του ποιητή. Ξέρετε, αγαπούσε την Κύπρο. Έγραψε και ποιήματα για το νησί και πρέπει να κάνουμε κάτι. Ένα ψήφισμα ή να στείλετε ένα στεφάνι.
-- Είναι πολιτικό το θέμα και θα το εκμεταλλευτούν οι επιτήδειοι. Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι τέτοιο. Δεν είναι άλλωστε στις αρμοδιότητές μας και δεν αφορά το εθνικό μας θέμα.
     Τους χαιρέτησε κι έφυγε. Πήρε την Πανεπιστημίου κι έφτασε στο Σύνταγμα. Μπροστά στο Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη και απέναντι στο πεζοδρόμιο αστυνομικοί. Δίστασε για μια στιγμή, θα τον άφηναν να προχωρήσει; Και ποια διαδρομή θα έπρεπε να ακολουθήσει; Τελικά προχώρησε προς τα ανθοπωλεία στη Βασιλίσσης Σοφίας. Στο πρώτο απ’ αυτά ζήτησε ένα στεφάνι. Ο ανθοπώλης τον ρώτησε:
--Είναι για τον ποιητή; Τι να γράψω στην κορδέλα;
Σκέφτηκε λίγο και τον ρώτησε:
--Πὀσο θα στοιχίσει; Θα γράψετε λίγα λόγια.
-- Φοιτητής είσαι; Δεν θα χρεώσω περισσότερα.
--Ναι. Ένα στίχο του. ‘ Όλα τ’ αλέθουν οι μυλόπετρες και γίνονται άστρα’. Και στο κάτω μέρος ‘Κύπριοι φοιτητές’.
-- Από την Κύπρο, ε;  Όλο προβλήματα έχετε. Ήταν κι ο γιος μου στη Μεραρχία και τους έφεραν πίσω πριν από τρία χρόνια. Τι θα γίνει μ’ αυτό το νησί, το έχουνε ζώσει φίδια.
     Πήρε ένα στεφάνι και μπήκε στο ανθοπωλείο να φτιάξει την κορδέλα. Κάτι τον ρώτησε για το χρώμα των γραμμάτων και σε λίγο με το στεφάνι στο [’να] χέρι προχώρησε προς τον Άγνωστο και περίμενε να διασταυρώσει. Διέσχισε τη Λεωφόρο Αμαλίας κι οι αστυνομικοί κοιτούσαν ανέκφραστα. Περίμενε να τον σταματήσουν κι αγωνιούσε γιατί δεν είχε μαζί του την ταυτότητα του κέντρου αλλοδαπών. Κατέβηκε τα σκαλοπάτια και βρέθηκε στην πλατεία.
   Πήρε τη Φιλελλήνων κι ακολούθησε το ρεύμα των λεωφορείων. Σε λίγα λεπτά έφτασε στην οδό Κυδαθηναίων στην Πλάκα. Ρώτησε σ’ ένα περίπτερο στη γωνία προς τα πού έπεφτε η εκκλησία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Σ’ αυτήν είχε γίνει ο γάμος του ποιητή προτού φύγει με την ελληνική κυβέρνηση τον Απρίλιο του 1941 στην Κρήτη και  στην Αίγυπτο. Προχώρησε λίγο ακόμη. Τα πεζοδρόμια και οι γύρω πάροδοι ασφυκτικά γεμάτοι κόσμο , κυρίως νέους. Όταν έφτασε έξω από στην εκκλησία το ίδιο, όπως και στην στο προαύλιο. Ένιωσε κάπως αμήχανα με το στεφάνι στο χέρι. Προχωρούσε με δυσκολία. Παραμέριζαν ο κόσμος κι άνοιγαν διάδρομο, ώσπου έφτασε στην είσοδο και μπήκε με δυσκολία στην εκκλησία. Το φέρετρο στο βάθος. Πώς έφτασε μπροστά στο σκήνωμα του ποιητή, πώς έφυγε το στεφάνι από τα χέρια του και βρέθηκε μαζί με τα λίγα στεφάνια δεν μπορούσε να πει με σιγουριά. Ό,τι ακολούθησε ήταν στιγμές μεγάλης σιγκίνησης. Μόλις τέλειωσε η νεκρώσιμη  ακολουθία ακούστηκε μια φωνή κοντά στην είσοδο: ‘Αθάνατος’ και ο κόσμος την επανέλαβε κι άρχισε να τραγουδάει ‘Στο περιγιάλι το κρυφό’. Κι ύστερα το ‘Πότε θα  κάνει ξαστεριά’. Η έξοδος της σορού από την εκκλησία, τα χειροκροτήματα του πλήθους που τραγουδούσε τον Εθνικό Ύμνο μέσα στο δειλινό της Αττικής.[αττικό δείλις] ήταν κάτι το ανεπαλάληπτο.
    Το φέρετρο τοποθετήθηκε σε αυτοκίνητο, ακολουθούσαν νέοι κρατώντας τα στεφάνια κι η πομπή  ξεκίνησε για το Α΄ Νεκροταφείο.  Κυδαθηναίων, Φιλελλήνων, λεωφόρος Αμαλίας, Αθανασίου Διάκου και Αναπαύσεως. Αστυνομικές δυνάμεις, με στολή και πολιτικά, γύρω από τον ναό της Σωτήρας,  σε όλη τη διαδρομή και μπροστά στο Α’ Νεκροταφείο. Ήταν μια στιγμή στην πορεία που την κράτησε στη μνήμη του όλα τα χρόνια αργότερα. Είχε φτάσει  η πομπή μπροστά στην Πύλη του Αδριανού. Αυτό το φως του απογεύματος και το πλήθος που τραγουδούσε τους στίχους του ποιητή και τα συνθήματα για την ελευθερία. Ήταν οι φωνές νέων, από κορίτσια και αγόρια. Ενώνονταν σε μιαν αξεδιάλυτη φωνή μελωδική, σαν να μην ήταν σε κηδεία όλος αυτός ο κόσμος. Κι οι αχτίνες του ήλιου του απογεύματος όπως έπεφταν στην Πύλη του Αδριανού και στα πρόσωπα. Οι νέοι που κρατούσαν τα στεφάνια κι ο αργός βηματισμός τους. Η πομπή σταμάτησε κι ο κόσμος χιλιάδες  άρχισαν να τραγουδάνε ‘‘Το περιγιάλι το κρυφό’’. Στο βάθος πίσω η Ακρόπολη και τα τρόλει και τα λεωφορεία περίμεναν να συνεχίσει η πομπή προς την Αναπαύσεως. Βρέθηκε κοντά στη σωρό του ποιητή, αυτοί που παράστεκαν δεξιά κι αριστερά της σωρού κι ανάμεσά τους ο Στρατής Τσίρκας. Λίγο πιο πίσω οι νέοι με τα στεφάνια σε δυο σειρές. Θα ήταν κι αυτό των Κυπρίων φοιτητών. Ποιος θα το κρατούσε; Η πομπή ξεκίνησε πάλι. Αριστερά οι Στήλες του Ολυμπίου Διός.
     Μπροστά στην είσοδο του Α΄ Νεκροταφείου, όπου έφτασαν λίγο μετά τις πέντε, ένστολοι αστυνομικοί παραταγμένοι δεξιά και αριστερά κι ο κόσμος σχηματίζοντας το σήμα της νίκης με τα χέρια υψωμένα επαναλάμβανε ρυθμικά ‘Α-θά-να-τος’, ‘Ε-λευ-θε- ρία’, ‘Δη-μο-κρα-τί-α’. Δεν θυμάται πόση ώρα χρειάστηκε για να μπει στο νεκροταφείο, νέοι και νέες περνούσαν σιγά σιγά μέσα τραγουδώντας τους στίχους του ποιητή. Αυτό το απόγευμα του Σεπτεμβρίου με τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου και τα μάρμαρα να λάμπουν ήταν μια ανεπανάληπτη μάζωξη των νέων κάτω από τον ουρανό της Αττικής. Κανείς δεν έφευγε, όλοι θέλανε  να φτάσουνε στον τάφο του ποιητή. Πλάι του ήταν ο Στέφανος, συμφοιτητής και φίλος, από την Κωνσταντινούπολη, πρόσφυγας μετά τα γεγονότα στην Κύπρο τον Δεκέμβριο του 1963, και τώρα ζούσε  στην Κρήτη. Μέσα στον συνωστισμό άρχισε να τον ρωτάει για τις ‘Δοκιμές’ του ποιητή, έκδοση Φέξη:
-Θα το κρατήσω ως την άλλη βδομάδα το βιβλίο.
-Όσο καιρό το χρειάζεσαι, όσο καιρό θες.
-Δύσκολο να φτάσουμε στον τάφο. Όλα τα παιδιά θέλουν να πάρουν κάτι , ένα λουλούδι μαζί τους. Οι μπάτσοι τα χάσανε, δεν περίμεναν τόσος κόσμος να κατέβει ως εδώ.
-  Μα πώς να μην έρθει χιλιάδες κόσμος, μαθητές και φοιτητές. Κι αυτά που είπε στη δήλωσή του για τον γκρεμό που έβλεπε μπροστά του…
 - Είναι και η Κύπρος πίσω απ’ αυτή την κουβέντα του. Δεν είδες τι έκαναν οι αστυνομικοί όταν έφτασαν οι νέοι με τα στεφάνια;
- Όχι, τι έγινε;
-Τους πήραν τα στεφάνια. Ήθελαν να αποφύγουν τους ξένους δημοσιογράφους για όσα έγραφαν οι πολιτικοί κρατούμενοι σ’ αυτά. Μέσα στη σύγχυση που προκλήθηκε ένας τράβηξε την κορδέλα από το στεφάνι κι ένας άλλος φοιτητής  με καστανά γένια πήγε και τράβηξε κι αυτός την κορδέλα από το δικό του στεφάνι.
    Πέρασε αρκετή ώρα. Είχε πλησιάσει στον τάφο. Νέοι και νέες προσπαθούσαν να πάρουν ένα λουλούδι. Έχασε τον Στέφανο μέσα στο στριμωξίδι. Πήρε κι αυτός ένα κόκκινο γαρίφαλο και με δυσκολία πήρε την κατεύθυνση προς την είσοδο. Κάποιοι ψιθύριζαν ένα τραγούδι. Όλοι κρατούσαν από ένα λουλούδι στο χέρι.

    Από την Αναπαύσεως έφτασε στη Βασιλίσσης Αμαλίας. Στην Πλατεία Συντάγματος νέοι που μόλις είχαν φύγει από το Α΄ Νεκροταφείο. Και ένστολοι αστυνομικοί παραταγμένοι. Όπως κατέβαινε την Πανεπιστημίου με το γαρίφαλο στο ένα χέρι για να πάρει το λεωφορείο, θυμήθηκε τι του είχε πει ο Στέφανος προτού τον χάσει μέσα στο πλήθος.
 - Για το δράμα αυτού του τέλους και να μην βρεθεί στην ανάγκη να ξαναμιλήσει, φαίνεται ότι εννοούσε το νησί. Και το ποίημα με τις γάτες στο μοναστήρι, νομίζω, συνδέονται άμεσα. Τέτοιο καημό για την Κύπρο δεν έχω συναντήσει σε άλλο λογοτέχνη.

     Πήρε το λεωφορείο για τους Αμπελόκηπους την ώρα που μια σάλπιγγα χρυσή και ρόδινη˙ το δείλι έπεφτε πάνω στην Αθήνα. Σκεφτόταν τον νέο που έτρεξε και πήρε την κορδέλα από το στεφάνι που του είχαν πάρει οι αστυνομικοί. Κι αυτό θα το μάθαινε αργότερα, σαράντα τόσα χρόνια μετά, σε μια καφετέρια στο Μοναστηράκι. Ήταν ο φίλος ποιητής Με το τρομπόνι και το μεγάλο του καπέλο. Κουβέντιαζαν, ήτανε κι ένας άλλος φίλος στην παρέα. Δεν θυμόταν πώς το ’φερε η κουβέντα κι ο φίλος με το φαρδύ καπέλο ανάφερε πως κρατούσε ένα από τα στεφάνια στην κηδεία του ποιητή. Άρχισε κι ο Κύπριος την αφήγηση για το στεφάνι που είχε αγοράσει από το ανθοπωλείο στο Σύνταγμα, τι έγραφε πάνω στην κορδέλα και τι σύμπτωση. Τόσα χρόνια φίλοι γκαρδιακοί και δεν γνώριζαν αυτή τη συνάντηση στην εκκλησία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στην Πλάκα και πως το στεφάνι των Κυπρίων το κρατούσε ο ποιητής με το τρομπόνι και το φαρδύ καπέλο. Και πως είχε φυλάξει την κορδέλα από τότε. Όταν επέστρεψε στο ξενοδοχείο ο φίλος τού τηλεφώνησε και του διάβασε αυτά που υπαγόρευσε στον ανθοπώλη να γράψει στο στεφάνι στις 22 Σεπτεμβρίου 1971 στην Αθήνα, μέρα Τετάρτη.
   
   





Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Μετάφραση ξένης Ποίησης - Octavio Paz


Ο  ζωγράφος Swaminathan





Στον ζωγράφο Swaminathan

Μ΄ένα πανί και ένα μαχαίρι
Κόντρα στην έμμονη ιδέα
Κόντρα στον ταύρο του φόβου
Κόντρα στο τελάρο  στο κενό
Ο πίδακας
Η γαλάζια φλόγα του κοβαλτίου
Η ψημένη όμπρα
Πράσινα μόλις βγαλμένα απ΄τη θάλασσα
Ινδικά μπλέ της περισυλλογής
Με ένα πανί και ένα μαχαίρι
Χωρίς πινέλα
Με τις αγρύπνιες με την οργή με τον ήλιο
Κόντρα στο κενό πρόσωπο του κόσμου
Ο πίδακας
Ο φιδίσιος κυματισμός
Ο  υδάτινος  κραδασμός του χώρου
Το τρίγωνο το μυστήριο
Το βέλος καρφωμένο στο μαύρο τέμπλο
Τα αλφάβητα του θυμού
Η σταγόνα μελανιού του  αίματος σαν μέλι
Με ένα πανί και ένα μαχαίρι
Ο πίδακας
Τινάζεται το μεξικάνικο κόκκινο
που γίνεται μαύρο
Πηδά το κόκκινο της Ινδίας
Που γίνεται μαύρο
Τα χείλη μαυρίζουν
Μαύρο του Καλί
Κάρβουνο για τα φρύδια σου και τις βλεφαρίδες σου
Γυναίκα ποθητή κάθε νύκτα
Μαύρο του Καλί
 Το κίτρινο και τα καμένο αγρίμι του
Η ώχρα και τα υπόγεια ταμπούρλα της
Το πράσινο σώμα του μαύρου δάσους
Το γαλάζιο σώμα του Καλί
Το φύλο του Γκουανταλούπε
Με ένα πανί και ένα μαχαίρι
Κόντρα στο τρίγωνο
Το μάτι εκρήγνυται
Πίδακας σημείων
Ο κυματισμός φιδίσιος προχωρά
Παλίρροια επικείμενων εμφανίσεων

Ο πίνακας είναι ένα σώμα
Ντυμένο μόνο με το γυμνό του αίνιγμα.


Το 1966, στην Ινδία, ο ζωγράφος  Jagdish Swaminathan (  1929 – 1994 )σε συνεργασία με τον Octavio Paz που τελούσε χρέη πρέσβυ του Μεξικού στη χώρα, εξέδιδε το μηνιαίο περιοδικό Contra όπου με άρθρα και μελέτες αντιμαχόταν τις διαδεδομένες ιδέες του μοντερνισμού, τον « βάναυσο νατουραλισμό». τον βουκολικό ιδεαλισμό της σχολής της Βεγγάλης, τον  «υβριδικό μανιερισμό» εξ ευρώπης….


Μετάφραση: Νεοκλής Κυριάκου


Al pintor Swaminathan
Con un trapo y un cuchillo
Contra la idea fija
Contra el toro del miedo
Contra la tela contra el vacío
El surtidor
La llama azul del cobalto
El ámbar quemado
Verdes recién salidos del mar
Añiles reflexivos
Con un trapo y un cuchillo
Sin pinceles
Con los insomnios con la rabia con el sol
Contra el rostro en blanco del mundo
El surtidor
La ondulación serpentina
La vibración acuática del espacio
El triángulo el arcano
La flecha clavada en el altar nego
Los alfabetos coléricos
La gota de tinta de sangre de miel
Con un trapo y un cuchillo
El surtidor
Salta el rojo mexicano
Y se vuelve negro
Salta el rojo de la India
Y se vuelve negro
Los labios ennegrecen
Negro de Kali
Carbón para tus cejas y tus párpados
Mujer deseada cada noche
Negro de Kali
El amarillo y sus fieras abrasadas
El ocre y sus tambores subterráneos
El cuerpo verde de la selva negra
El cuerpo azul de Kali
El sexo de la Guadalupe
Con un trapo y un cuchillo
Contra el triángulo
El ojo revienta
Surtidor de signos
La ondulación serpentina avanza
Marea de apariciones inminentes.

El cuadro es un cuerpo
Vestido sólo por su enigma desnudo.





Τότε που είμασταν παιδιά

ΟΙ ΜΑΤΖΙΛΛΕΣ

Τα παλιά  τα χρόνια, τη δεκαετία του  60 στην Κύπρο, τα σύκα ως φρούτο δεν πουλιόντανε στην αγορά. Εθεωρείτο ως κάτι το ευτελές, κάτι  που το είχε ο καθένας, συνηθισμένο και το βρισκε οπουδήποτε. Το μόνο που πουλιότανε, παράγωγό του είτανε τα παστόσυκα, στις αγορές, στα πανηγύρια, αλευρωμένα και σαγηνευτικά. Τα φρέσκα είτε τα είχες στην αυλή σου, είτε τα εύρισκες στη συκιά του γείτονα, στη συκιά του δρόμου, είτε πήγαινες κάτω στις κάτω γειτονιές, στο σπίτι του φίλου σου του Φωτή να πούμε, δεν τον εύρισκες κι ο πατέρας του ο Αγαθόκλης, σούλεγε, « να εκεί είναι το δεντρό, ανέβα και κόψε». Κι ανέβαινες εσύ, ως βασιλέας εκεί ψηλά, που ανεβαίνουν μόνο τα πουλιά, καθόσουνα με άνεση σ ΄ ένα κλώνο, και έτρωγες, έτρωγες ώσπου να κορέσεις την πείνα σου.

΄Ασπρα, αντελούνικα, βαζανάτα, ό,τι πεθυμούσε η ψυχή σου. Τώρα, στις υπεραγορές, κι αυτό απετέλεσε το έναυσμα για ν΄αρχίσω πάλι τις φλυαρίες, μέχρι και τα πρώμα, τις ματζίλλες, όπως τις λέμε,  τις βάλανε για πούλημα. ΄Ελεος πια, κυπραίοι, έλεος. Όλα πια φαρμακωμένα, όλα με ορμόνες, τ ΄ αφήσατε γιατί δεν έχουν κέρδος πλέον, τρώμε τα άγευστα της Ισπανίας και της Ολλανδίας, κι ύστερα ζητάτε επιδοτήσεις απ΄την κυβέρνηση άμα πέσει κανένα χαλαζάκι. Και τώρα που επτώχυνεν η κυβέρνηση και τελειώσαν οι αβάττες, τι θα γίνει;

Σταματούσαμε το λοιπόν καθ΄οδόν προς το Κτήμα, περιπατούντες  και ουχί εποχούμενοι επί όνου ή ποδηλάτου και στην φιλόξενη συκαία κάναμε την επίθεσή μας, ειρηνική βεβαίως και ποτέ μα ποτέ δεν ήρθε κανένας να μας ενοχλήσει. Ιερό δέντρο, στην φιλόξενη ΄
Εμπα, με καρπούς σε χρώμα βαζανί και τεράστιους, εξ ΄ού και το όνομά της, Βαζανάτη. Την σκέφτομαι τώρα που μεγάλωσα, σαν μια παραμάνα απ΄την Αφρική, μελαψή και γενναιόδωρη που μας έδινε απ΄το ίδιο το βυζί της μαζί με τ ΄ άλλα νεγράκια γάλα και μας τάϊζε αφιλοκερδώς. ΄Ετσι ήτανε τότε, μέσα στην φτώχεια εκείνη, εμείς ήμασταν μικροί βασιλιάδες. Κανένα παράπονο που οδοιπορούσαμε, καμμιά μεμψιμοιρία  που κάναμε βάδην πέντε αγγλικά μίλια για να πάμε στο σχολείο, στο Γυμνάσιο Πάφου. Ο γιός του παπά, εκεί στο γεφυράκι που καθήσαμε λίγο κάποτε να ξαποστάσουμε στην επιστροφή, μας δήλωσε περήφανα πως γνωρίζει την περιοχή πατημασιά πατημασιά, κι ό,τι είπιε με το κουταλάκι όλα τα γύρω μέρη και ξέρει τις αποστάσεις με μαθηματική ακρίβεια, κι αναρωτιότανε επειδή τότε κάνανε το μάθημα των αρχαίων με τα ομηρικά έπη, αν το όνομα του χωριού μας η Τάλα προερχόταν λέει απ΄το τάλας, που εσήμαινε βασανισμένος, ταλαίπωρος και το φιλοσοφούσαμε πιτσιρίκια όντες. Βέβαια για τον Ευαγόρα τον γιο του παπά αξίζει ένας να μιλήσει σε άλλο κεφάλαιο, για να διηγηθεί τα ανδραγαθήματά του, αφού με τη σφεντόνα του θεώρησε καλό να με σημαδέψει μια φορά, ίσα στο μάτι για να μου το βγάλει , καθώς ήμουν ανεβασμένος επάνω στην συκομουριά και απολάμβανα τα ωραία της βατόμουρα που εμείς λέγαμε « βάτσινους», Τέλος πάντων, περασμένα ξεχασμένα, ο λός τόχει, ας είναι συγχωρεμένος, τόσα χρόνια πέρασαν θα του κρατάω κακία ως τώρα;

υγ. Τώρα στα βιβλία που μας εξηγούνε τα τοπωνύμια, η Τάλα  λέει, βγαίνει απ΄το Davila, που έγινε μετά Davla, και στο τέλο  Dala,  ΄Αρα δεν είχε άδικο η γυναίκα μου η Μαρίνα, που άμα ήθελε να μιλήσει υποτιμητικά για το χωριό μου επρόσθετε εκείνο το βαρύ Ν στην αρχή και έλεγε Ντάλα!

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Mετάφραση ξένης ποίησης - Οctavio Paz



Δίνοντας ένα τέλος σε όλα


Αφέντρα, φλόγα αθέατη κρύο  σπαθί,
Εσύ, οργή σταθερή,
Για να δώσουμε ένα τέλος σε  όλα,
Ω, κόσμε στεγνωμένε,
Ω κόσμε αφαιματωμένε,
Για να δώσουμε ένα τέλος σε  όλα,
Καίει, ήσυχα, καίει δίχως φλόγες,
σιωπηλά  κι ορμητικά,
Στάχτη και πέτρα ζωντανή,
΄Ερημος  δίχως  αύρα.
 Καίει μέσα στον απέραντο ουρανό, πέτρες και σύννεφα,
Χαμηλά το φως τυφλά πέφτει
Πάνω στους άγονους λόφους.
Καίει  στη μοναξιά που μας διαλύει,
Γη της φλεγόμενης πέτρας,
Των παγωμένων ριζών που διψάνε.
Καίει, κρυμμένο πάθος,
Στάχτη που τρελαίνει,
Καίει αόρατα, καίει
Όπως η θάλασσα αδύναμη γεννά τα σύννεφα,
Κύματα οργισμένα σε αφρισμένες πέτρες.
Ανάμεσα στα κόκκαλά μου που παραληρούν, καίει∙
Καίει μέσα στον άδειο αέρα,
Καμίνι αόρατο και άσπιλο∙
Καίει όπως καίει ο χρόνος,
΄Οπως βαδίζει ο χρόνος μέσα στον θάνατο,
Με τα ίδια  βήματά του  την αναπνοή του∙
Καίει όπως η μοναξιά που σε καταβροχθίζει,
Καίει  μέσα σε σένα τον ίδιο, θέρμη χωρίς φλόγα,
Μοναξιά χωρίς μετείκασμα, δίψα χωρίς χείλη.
Για να δώσουμε ένα τέλος σε  όλα,
΄Ω κόσμε στεγνωμένε,
Για να δώσουμε ένα τέλος σε  όλα.


Dame, llama invisible, espada fría,
Tu persistente cólera,
Para acabar con todo,
Oh mundo seco,
Oh mundo desangrado,
Para acabar con todo.
Arde, sombrío, arde sin llamas,
Apagado y ardiente,
Ceniza y piedra viva,
Desierto sin orillas.
Arde en el vasto cielo, laja y nube,
Bajo la ciega luz que se desploma
Entre estériles peñas.
Arde en la soledad que nos deshace,
Tierra de piedra ardiente,
De raíces heladas y sedientas.
Arde, furor oculto,
Ceniza que enloquece,
Arde invisible, arde
Como el mar impotente engendra nubes,
Olas como el rencor y espumas pétreas.
Entre mis huesos delirantes, arde;
Arde dentro del aire hueco,
Horno invisible y puro;
Arde como arde el tiempo,
Como camina el tiempo entre la muerte,
Con sus mismas pisadas y su aliento;
Arde como la soledad que te devora,
Arde en ti mismo, ardor sin llama,
Soledad sin imagen, sed sin labios.
Para acabar con todo,
Oh mundo seco,
Para acabar con todo.



Μετάφραση: Νεοκλής Κυριάκου


Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

Μετάφραση ξένης ποίησης - Octavio Paz



Διαμέσου


Διπλώνω τη σελίδα της ημέρας
Γράφω εκείνο που η κίνηση των
βλεφάρων σου μου υπαγορεύει.

Τα χέρια μου
Ανοίγουν τις κουρτίνες της ύπαρξής σου
Σε ντύνουν με μια άλλη γυμνότητα
Ανακαλύπτουν τα σώματα του σώματός σου
Τα χέρια μου
Βρίσκουν το άλλο σώμα του σώματός σου.

Mπαίνω μέσα σου,
Η ειλικρίνεια  του ερέβους.
Επιθυμώ τις αποδείξεις του σκοτεινού,
Πίνω το μαύρο κρασί:
Πάρε τα μάτια μου και ανατίναξέ τα.

Μια σταγόνα της νύκτας
Επάνω στην άκρη του στήθους σου:
Αινίγματα γαρύφαλλου.

Αν κλείσω τα μάτια μου
Τα ανοίγω μέσα στα δικά σου μάτια.

Στο αιμάτινο κρεβάτι σου
Πάντοτε άγρυπνη
Και υγρή η γλώσσα σου.

΄Εχεις πηγές
Μέσα στον κήπο των αρτηριών σου.

Με μια μάσκα από αίμα
Διασχίζω την λευκή σου σκέψη :
Η λήθη με οδηγεί
Στην αντίπερα όχθη της ζωής.


Μτφ: Νεοκλής Κυριάκου



Doblo la página del día,
Escribo lo que me dicta
El movimiento de tus pestañas.
Mis manos
Abren las cortinas de tu ser
Te visten con otra desnudez
Descubren los cuerpos de tu cuerpo
Mis manos
Inventan otro cuerpo a tu cuerpo.
Entro en ti,
Veracidad de la tiniebla.
Quiero las evidencias de lo oscuro,
Beber el vino negro:
Toma mis ojos y reviéntalos.
Una gota de noche
Sobre la punta de tus senos:
Enigmas del clavel.
Al cerrar los ojos
Los abro dentro de tus ojos.
En su lecho granate
Siempre está despierta
Y húmeda tu lengua.
Hay fuentes
En el jardín de tus arterias.
Con una máscara de sangre
Atravieso tu pensamiento en blanco:
Desmemoria me guía
Hacia el reverso de la vida.



σημ: Η αναδημοσίευση του ποιήματος είναι ελεύθερη
αρκεί να αναφέρεται η πηγή. Μια μετάφραση δεν είναι 
ένα μήλο που έπεσε απ΄το δέντρο στο δρόμο. Είναι 
φρούτο εργασίας και κόπου, φροντίδας και αναζήτησης. 
Είπαμε ελευθερία στα πνευματικά προϊόντα, αλλά να 
έχουν όνομα και πηγή. Σας ευχαριστώ για την κατανόηση.

σχέδιο Νεοκλής Κυριάκου: μολύβι και ακουαρέλα σε χαρτί

Κυριακή, 5 Μαΐου 2013

ένα διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

ΤΟ ΖΩΝΤΑΝΟ ΚΙΒΟΥΡΙ ΜΟΥ

Καμμία δεν ήτο ποτέ αξιοπρεπεστέρα ως σπιτονοικοκυρά από την Μπα- Μάρω, κάτω εις μίαν μάνδραν, πλησίον εις την πλατείαν της Ελευθερίας. Πρώτον, το σπίτι, σειρά χαμογείων από 7 ή 8 δωμάτια, τα οποία αυτή ενοικίαζε, ήτον άγνωστον τίνος ιδιοκτήτου ήτον. Κατά τους μεν, η Μάρω είχε συμφωνήσει με μίαν πολύ αγαπημένην φίλην της προ χρόνων, στου Καλαμιώτη,  όπου εκατοικούσαν ομού, μετερχόμεναι διάφορα  επαγγέλματα- συνήθως έπλυνον ή εσιδέρωνον, ενίοτε έκαμνον και προξενιές- όποια από τας δύο επιζήση, να κληρονομή την άλλην. Λοιπόν η Μάρω είχε την τύχην να βάλη την αγαπημένην φίλην της μπροστά, και τότε ηγόρασε το σπίτι αυτό με τα χρήματα, οπού είχον ευρεθή της μακαρίτισσας. Κατά τους δε, το σπίτι ανήκεν εις τον δικηγόρον, τον σύζυγον μιας ανεψιάς της Μάρως, και αυτή ήτο μόνον ως επιστάτρια και υπενοικιάστρια. Ευρίσκοντο όμως  και καλοθεληταί, προσπαθούντες να συμβιβάσουν τας δύο γνώμας. Κατ΄ αυτούς, η μάνδρα με τα παλαιά χαμόγεια είχεν αγορασθή πράγματι με τα χρήματα της τεθνεώσης, αλλ΄εις το συμβόλαιον εφέρετο μόνον το όνομα της ανεψιάς της Μάρως και του συζύγου της, όστις, ως δικηγόρος, ήξευρε πολύ καλά πώς γίνονται «αυτά τα πράγματα».
******
Όταν επήγα κ΄έπιασα το μέσα δωμάτιον, όπου έμεινα έκτοτε
επί  δώδεκα  έτη της ανωφελούς ζωής μου, καλυβάκι ξεχωριστόν από την σειράν των άλλων χαμογείων, και το μόνον βλέπον προς τον δρόμον, ως αντικρύζον την αυλόπορταν, - είναι πολλά έτη από τότε – η πρώτη εντύπωσίς μου υπήρξε τερπνή. - ΄Ητο μέσα από ξύλινα δρύφακτα, εις το βάθος της αυλής, μαζί με άλλα δύο∙ το έν, το οποίον κατείχε πτωχή χήρα με τα τέκνα της, και μέσα- μέσα της σειράς, όπου εφώλευεν η Μπα- Μάρω. Εντός του δρυφάκτου και προ της θύρας μου, ήτο μία  εξαισία κληματαριά, με πλουσιώτατον φύλλωμα, αποτελούσα την μικράν αυλήν μας- άντρον σκιάς και δρόσου. Εκοιμήθην την πρώτην νύκτα∙ παράθυρον δεν  είχε το μικρόν κελλίον, της δε θύρας το τρίτον προς τα άνω διεφέγγετο από ύαλον.  Εξύπνησα με την εντύπωσιν – καθότι έβλεπα κ΄ένα κυπαρισσάκι να σείεται θλιβερά, αντικρύ εκεί εις μίαν αυλήν, πέραν του δρόμου- ότι είχα κοιμηθή μέσα στο κιβούρι μου, το οποίον μου είχε κτίσει, όπως προαπολαύσω και λάβω πείραν του πράγματος, η ευμενής Μοίρα.
************
Την πρωίαν, πριν εξέλθω, είδα την σπιτονοικοκυράν  ν΄ασχολείται να κουβαλή έπιπλα από μίαν  εις άλλην κάμαραν, και μερικά εις την ιδίαν κατοικίαν της. Εμέτρησα 11 ή 12 κιβώτια. Όλα σχεδόν ήσαν παλαιά και άκομψα, τα πλείστα εφαίνοντο να είναι κενά, άλλα εδείκνυον μικρόν βάρος. Τα μετακόμιζεν όλα αυτά βοηθουμένη από την μικράν κορασίδα. Αμαλίαν της Παπαβλαστού – της αμέσου γείτονός μου, της χήρας -  την οποίαν είχεν αγγαρεύσει προς τούτο. Ηγάπα δε, ως  εβεβαιώθην, την αγγαρείαν – όταν την επέβαλλεν εις άλλους. Τα κιβώτια, ως έμαθον, όσα δεν ήσαν όλως κενά, περιείχον διάφορα ράκη μάλλινα ή μεταξωτά, και εν ή δύο μόνον περιέκλειον σινδόνια, κλινοσκεπάσματα, και άλλα οθόνια. Όλα ταύτα ανήκον εις την σπιτονοικυράν. Φαίνεται ότι ήσαν λείψανα παλαιών ενοικητόρων, ενέχυρα, παρακαταθήκαι απέναντι οφειλομένων ενοικίων και τα  τοιαύτα. Αλλ΄ έκτοτε ουδείς είχεν έλθει να τα ζητήσει.
***********
Επήλθεν ο χειμών. ΄Εμεινα εκεί. Μεταξύ των ενοικάρηδων, έβλεπα ένα Πέτρον, Μαλτέζον. Ούτος συχνά εκάθητο επί του κατωφλίου της ιδίας του κατοικίας καπνίζων την πίπαν του. Μίαν πρωίαν εξυπνήσας, ακούω την Μάρω να μεγαλοφωνή, κι εφαίνετο εν ταραχή και αγανακτήσει.
     - Τι τρέχει;
     - Ο Πέτρος, ο Μαλτέζος! Μου έφυγε την νύχτα, ο μουστερής…Δυόμισυ νοίκια μου τρώει – με συμπάθειο, αν είναι και λίγα. Κουβάλησε μεσάνυχτα τα ρούχα του.
      Είχε δίκαιον. Δεν θα είχεν ο άνθρωπος, καμμίαν κασσέλαν περίσσαν να της αφήση, δια να τον ενθυμήται. ΄Αλλοι ενοικάρηδες συνέβαινε να κρατήσουν εν δωμάτιον επί δύο μήνας και τόσας ημέρας. Η Μπα – Μάρω πολλάκις επεκαλείτο τα φώτα μου δια να της εύρω τον λογαριασμόν. Συνήθως απήτει να πληρωθή όλος ο μην δια τας 9 ημέρας, αλλά  βλέπουσα την άκραν πτωχείαν των ανθρώπων, και αυτή αφωπλίζετο. ΄Αλλως, ιδού πως ελογάριαζε συνήθως τας ημέρας. Ο νοικάρης είχεν έλθει στις 20 Μαρτίου, κι έφευγε στις 30 Μαίου. Από 20 Μαρτίου έως 31, δώδεκα μέρες∙ και 18 απ΄τον Απρίλη ένας μήνας σωστός. Από 18  Απριλίου (bis), έως τέλος, 13  μέρες∙ και δεκαφτά απ΄τον Μάη, δύο μήνοι∙ από 17 Μαίου  (bis) έως31….
     -Μα έχουμε τριάντα σήμερα, κυρα – Μάρω.
     -Τριανταμία τραβά ο μήνας. Από 17 του μηνός τας λογαριάζεις δυο φορές.
     - Ας είναι∙ 15 μέρες προς 46 λεφτά και μισό, πόσα μας κάνουν;
     -Είναι 46 και δυο τρίτα, κυρα – Μάρω. Αλλά μόνον 12 ημέρες θα πληρώσουμε.
     - Γιατί τάχα 46 και δύο τρίτα; διεμαρτύρετο η Μπα – Μάρω, φανταζομένη ότι τα 2/3 είναι ολιγώτερα από το μισό! Και ούτω καθεξής.

 ********

 Το πρωί , μέσα εις το ζωντανό κιβούρι μου, πολλάκις μ΄εξύπνησαν αι ομιλίαι και διηγήσεις της Μάρως προς την μικράν Αμαλίαν, την κόρην της γείτονος.
       - Κ΄επήγα στης κυρίας Βασιλειάδους, και στης κυρίας
Αργυροπούλους, να συνεννοηθούμε για τα ψώνια∙ κάναμε τη βίζιτα μαζί με την κουμπάρα, την κυρά Φωτεινή∙ και μου λέει, Κυρία Μαριγώ, μα πώς δεν μας θυμόσαστε και μας ξεχάσατε πλια και σεις, και της λέει η κουμπάρα η Φωτεινή: Μα ξέρετε, η κυρία Μαριγώ είναι πολύ ακριβοθώρητη, έχει την έννοια του σπιτιού, και δεν αδειάζει. Και τότε μου λέει η κυρα – Βασειλιάδους: Μα πώς, κυρία Μαριγώ… κλπ. κλπ.
΄Ηρχισε να διηγήται εμπιστευτικώς εις την μικράν δι εν συνοικέσιον, το οποίον επρόκειτο να γίνη και δια το οποίον αι δύο ρηθείσαι κυρίαι εζήτουν  την συνδρομήν της και τας συμβουλάς της.
     - Το λοιπόν; ύστερα, κυρα – Μάρω; ηρώτησεν η μικρά, ευρούσα αμέσως ενδιαφέρον εις την διήγησιν.
     Τότε η γριά, χάνουσα την υπομονήν,  επειδή η παιδίσκη δεν ήθελε να το εννοήση ακόμη πως έπρεπε να την προσαγορεύη:
     - Κυρία Μαριγώ, να λες. Ακούς;

Μίαν φοράν η κυρά Μάρω έκαμε μίαν εβδομάδα να μου ομιλήση δια την εξής αιτίαν. ΄Αν και σχεδόν ποτέ δεν παρεπονούμην δια τίποτε, συνέβη να ενοχληθώ ποτε από μερικούς νοικάρηδες, οπού συνήθιζαν να κοιμώνται και να ρέγχουν υπαίθριοι το θέρος,καταλαμβάνοντες όλον το μήκος και το πλάτος, πλην των δρυφάκτων, της έξω αυλής. Το δε χειρότερον, το οποίον μου είχε συμβή ποτε, υπήρξε το εξής. Είς καρπάθιος, λατόμος,μένων διαρκώς εις την Πεντέλην, εκράτει ουχ ήττον δωμάτιον εις της Μάρως,και κατήρχετο κατά τας εορτάς εις την πόλιν. Μίαν τοιαύτην παραμονήν είχε κατέλθει, και είχε κατακλιθή εις το ύπαιθρον∙ αλλ΄αυτήν την φοράν είχε φέρει μαζί του και εν ζώον, ως είδος μανδροσκύλου, νέον απόκτημα, ως φαίνεται. Ο σκύλος, άμα εισήλθον εις την αυλήν, μεσάνυκτα, μου ερρίχθη, ως ήτο επόμενον.

      ( Παρέκβασις, - Ω! τι δύναται να υποφέρη τις , και μάλιστα ως « εριγένης» εις τας Αθήνας! Φαντασθήτε! να πηγαίνης δια να κοιμηθής εις το δωμάτιόν σου, ξεθάρρευτος, και να εύρης ακοίμητον, ανέλπιστον εχθρόν ενεδρεύοντα εις την θύραν σου! Δι ΄αυτό άρα οι τόσον έξυπνοι Επτανήσιοι έχουν ως μεγάλην κατάραν « ξαφνικό να του΄ρθη» τινός. Το «ξαφνικό», και ευτύχημα αν είναι, καλόν δεν κάμνει. Διαβάστε εις την ιστορίαν δι έναν Μητροπολίτην, Δωρόθεον, αν καλώς ενθυμούμαι, όστις έπεσεν απόπληκτος και απέθανεν άμα έμαθε το ανέλπιστον ευτύχημα, ότι εξελέγθη Οικουμενικός Πατριάρχης!)
Και εσώθην μεν τότε από τους οδόντας του σκύλου, αλλ΄η σπιτονοικοκυρά εκάκιωσε μαζί μου, ως να έπταια εγώ.
Τέλος, μίαν Κυριακήν το δειλινόν, η Μάρω είχεν αναγγείλει, ότι έμελλε να τελεσθή ο γάμος της «βαφτιστήρας» της, θυγατρός της «κουμπάρας Φωτεινής», δια την οποίαν συχνά ωμίλει, χωρίς να την ίδωμεν ποτέ να έλθη εις επίσκεψίν της. Εμβήκεν εις το δωμάτιόν της, ήνοιξε το επίσημον μπαούλο της, εστολίσθη, κι εξήλθε, κλειδώνουσα την θύραν. ΄Ηκουσα το βήμα και τον θρουν του φορέματος.
Πλην τότε, καθώς εστολίσθη, εξέχασε το κάκιωμα, και ήλθε προ της θύρας μου, όλη φρου-φρου, με την ολομέταξον ορθίαν και υδατιζουσαν εσθήτα.
-Πάω στο γάμο, είπε. Και στα δικά σου!
- Καλά!

*******
                                              
       Μίαν τελευταίαν μικράν σκηνήν. Είχεν έλθει νεαρά γυνή με καπέλο , κι εζήτει δωμάτιον. Η Μάρω ήρχισε να την ερωτά αν έχη σύζυγον ή όχι, και τι δουλειά κάνει, Η γυνή απήντησε ο,τιδήποτε.
- Και από πού είσαι;
-Από τ…
Η γυνή ωνόμασε μίαν νήσον ιστορικήν του Σαρωνικού, οπόθεν συνέβαινε να κατάγεται και η Μάρω.
-Και πώς έβγαλες το τσεμπέρι; της λέγει. Εγώ έχω σαράντα χρόνια στην Αθήνα…και το φορώ!
Και ηρνήθη να της δώση δωμάτιον…

( 1926 )

Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

Κείμενο του Chomsky για το κέρδος υπεράνω του ανθρώπου 1999



Noam Chomsky

To κουτόχορτο είναι για τους πολλούς και τους οκνηρούς. Είναι ευκολομάσητο, ευκολοχώνευτο, και το βρίσκεις παντού.  Το σύστημα δουλεύει καλά γι αυτό.Τους στοχαστές σαν τον  Τσιόμσκυ, τους βρίσκεις κι αυτούς εύκολα άμα τους ψάξεις. Η αλήθεια θέλει θάρρος, η αφύπνιση προκαλεί κάποιες στιγμιαίες αντιδράσεις, αν την συνηθίσεις όμως θα συμμετέχεις στα κοινά αφυπνισμένος και όχι καθεύδων όπως είπε κι ο Ηράκλειτος. Διότι όπως τόγραψε, είτε κοιμάσαι είτε είσαι  ξύπνιος δεν  παύεις από του να είσαι συνεργός σε ό,τι γίνεται γύρω σου.( τος καθεύδοντας ργάτας εναι κα συνεργος τν ν τ κόσμ γινομένων.)



Συναίνεση χωρίς συναίνεση

αποσπάσματα από το βιβλίο


 Το
κέρδος πάνω από τους ανθρώπους

από τον Νόαμ Τσόμσκι

Seven Stories Press, 1999


«That people must submit is taken for granted pretty much across the spectrum. In a democracy, the governed have the right to consent, but nothing more than that. In the terminology of modern progressive thought, the population may be "spectators," but not "participants," apart from occasional choices among leaders representing authentic power. That is the political arena. The general population must be excluded entirely from the economic arena, where what happens in the society is largely determined. Here the public is to have no role, according to prevailing democratic theory.»







... Με τα χρόνια, λαϊκές δυνάμεις έχουν επιδιώξει να κερδίσουν μεγαλύτερο μερίδιο στη διαχείριση των υποθέσεων τους, με κάποια επιτυχία, παράλληλα με πολλές ήττες. Εν τω μεταξύ, ένα προπαγανδιστικό σώμα  σκέψης έχει αναπτυχθεί για να δικαιολογήσει την αντίσταση της ελίτ για τη δημοκρατία. Αυτοί που ελπίζουν να κατανοήσουν το παρελθόν και να διαμορφώσουν το μέλλον καλά θα κάνουν να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή όχι μόνο στην πρακτική αλλά και στο δογματικό πλαίσιο που το υποστηρίζει.

Τα θέματα  εξετάστηκαν πριν από 250 χρόνια από τον David Hume στο κλασικό του έργο.  Τον Hume ερέθιζε πολύ   «η ευκολία με την οποία οι πολλοί διατελούσαν υπό τον έλεγχο των ολίγων, η απεριόριστη υποταγή με την οποία οι άνθρωποι παραδίδουν την μοίρα τους  στους κυβερνώντες . Αυτό του  έκανε εντύπωση, γιατί «η δύναμη είναι πάντα στην πλευρά των κυβερνωμένων." Αν οι άνθρωποι το  συνειδητοποιούσαν , θα ξεσηκώνονταν για να ανατρέψουν τους αφέντες τους. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κυβέρνηση στηρίζεται στον  έλεγχο της γνώμης, μια αρχή που "καλύπτει τις πιο δεσποτικές και περισσότερες στρατιωτικές κυβερνήσεις, καθώς και τις πιο ελεύθερες και πιο δημοφιλείς."

Ο Hume σίγουρα  έχει  υποτιμήσει την αποτελεσματικότητα της ωμής βίας. Μια πιο ακριβής εκδοχή είναι ότι «όσο πιο  ελεύθερη και δημοφιλής» μια κυβέρνηση, τόσο περισσότερο καθίσταται αναγκαίο να βασίζεται στον έλεγχο της γνώμης για να εξασφαλίσει την υποταγή προς τους άρχοντες.

Ότι οι άνθρωποι πρέπει να υπακούουν θεωρείται δεδομένο λίγο πολύ σε όλο το φάσμα. Σε μια δημοκρατία, οι κυβερνώμενοι  έχουν το δικαίωμα να συναινούν, αλλά τίποτα περισσότερο από αυτό. Σύμφωνα με την ορολογία της σύγχρονης προοδευτικής σκέψης, ο πληθυσμός μπορεί να είναι «θεατής», αλλά όχι «συμμετέχων», εκτός από περιστασιακές επιλογές μεταξύ των ηγετών που εκπροσωπούν αυθεντική εξουσία. Αυτό είναι το πολιτικό σκηνικό. Ο γενικός πληθυσμός πρέπει να αποκλείεται εξ ολοκλήρου από την οικονομική αρένα, όπου ό, τι συμβαίνει στην κοινωνία εκεί καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό. Εδώ το κοινό είναι να μην έχει κανένα ρόλο, σύμφωνα με την επικρατούσα δημοκρατική θεωρία.

***

... Οι ιδρυτές επανέλαβαν τα συναισθήματα των βρετανών «ανδρών της βέλτιστης ποιότητας» με  τις ίδιες σχεδόν λέξεις. Όπως το έθεσε ένας «Όταν αναφέρω το κοινό, εννοώ ότι περιλαμβάνει μόνο το ορθολογικο μέρος της. Η άδαείς και χυδαίοι είναι εξίσου ακατάλληλοι να κρίνουν  τους τρόπους [της κυβέρνησης], όπως και το να διαχειριστούν τα ηνία [της]. " Οι άνθρωποι είναι ένα "μεγάλο θηρίο" που πρέπει να τιθασευτεί, δήλωσε ο συνάδελφός του Alexander Hamilton. Οι επαναστατικοί και ανεξάρτητοι αγρότες έπρεπε να διδαχθούν, μερικές φορές με τη βία, ότι τα ιδανικά των επαναστατικών φυλλαδίων δεν πρέπει να λαμβάνονται πολύ σοβαρά υπόψη. Οι κοινοί άνθρωποι δεν έπρεπε να εκπροσωπούνται από  συμπατριώτες τους  όπως αυτοί, που ξέρουν  τις πληγές του λαού, αλλά  από ευγενείς,   εμπόρους, δικηγόρους και άλλους "υπεύθυνους άνδρες", τους οποίους θα έπρεπε να εμπιστευτουν για την προστασία των προνομίων τους.
Το κυρίαρχο δόγμα εκφράστηκε με σαφήνεια από τον Πρόεδρος του Ηπειρωτικού Κογκρέσου και πρώτο Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου , John Jay."Οι άνθρωποι που κατέχουν τη χώρα θα πρέπει να τη κυβερνούν." Ένα ζήτημα  έπρεπε να διευθετηθεί. Ποιος κατέχει τη χώρα; Το ερώτημα απαντήθηκε από την αύξηση των ιδιωτικών επιχειρήσεων και των δομών  που επινοήθηκαν για να τις προστατεύουν και να τις υποστηρίζουν, αν και εξακολουθεί να παραμένει ένα δύσκολο έργο  να αναγκάσεις το κοινό να παραμείνει  στο ρόλο του θεατή.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι σίγουρα η πιο σημαντική υπόθεση για να μελετήσουμε, αν ελπίζουμε να κατανοήσουμε τον κόσμο του σήμερα και του αύριο. Ένας λόγος είναι η ασύγκριτη δύναμή της. Ένας άλλος λόγος είναι οι σταθεροί δημοκρατικοί θεσμοί της. Επιπλέον, οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν τόσο κοντά σε μια tabula rasa, όπως  δεν μπορεί κανείς να βρει πουθενά αλλού. Η Αμερική μπορεί να είναι "τόσο ευτυχής όσο εκείνη θέλει, " παρατήρησε ο   Thomas Paine το 1776 , "έχει ένα κενό φύλλο να γράψει επάνω." Οι αυτόχθονες κοινωνίες σε μεγάλο βαθμό εξαλείφθηκαν. Οι ΗΠΑ έχουν επίσης λίγα κατάλοιπα των προηγούμενων ευρωπαϊκών δομών, ένας λόγος για τη σχετική αδυναμία του κοινωνικού συμβολαίου και των συστημάτων υποστήριξης, τα οποία συχνά είχαν τις ρίζες τους σε προ-καπιταλιστικούς θεσμούς. Και σε ένα ασυνήθιστο βαθμό, η κοινωνικοπολιτική τάξη σχεδιάστηκε συνειδητά. Κατά τη μελέτη της ιστορίας, δεν μπορεί κανείς να κατασκευάσει πειράματα, αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι όσο πιο κοντά στην «ιδανική περίπτωση»  μιας κρατικής καπιταλιστικής δημοκρατίας, όπως μπορεί να βρεθεί.

Ο κύριος σχεδιαστής, εξάλλου, ήταν ένας έξυπνος πολιτικός στοχαστής ο James Madison, του οποίου οι απόψεις σε μεγάλο βαθμό επεκράτησαν. Στις συζητήσεις για το Σύνταγμα,  ο Madison επεσήμανε ότι αν οι εκλογές στην Αγγλία «ήταν ανοικτές σε όλες τις κατηγορίες των ανθρώπων, η περιουσία  των ιδιοκτητών γης  θα ήταν επισφαλής. Μια αγροτική νομοθεσία θα λάμβανε χώρα προσεχώς», δίνοντας γη στους ακτήμονες. Το Συνταγματικό σύστημα πρέπει να σχεδιαστεί για να αποφευχθεί τέτοιου είδους αδικία και « να διασφαλίσει τα μόνιμα συμφέροντα της χώρας", τα οποία είναι  δικαιώματα ιδιοκτησίας.

Μεταξύ  των μελετητών του Madiso
n, υπάρχει συναίνεση ότι «το Σύνταγμα ήταν εκ φύσεως ένα αριστοκρατικό έγγραφο που προορίζεται να ελέγξει τις δημοκρατικές τάσεις της περιόδου," την παροχή δύναμης σε ένα "καλύτερο είδος" ανθρώπων εξαιρουμένων εκείνων που δεν ήταν πλούσιοι, από γενιά, ή διάσημοι από την άσκηση της πολιτικής εξουσίας ( Απαγόρευση Ακοντίου). Η πρωταρχική ευθύνη της κυβέρνησης είναι «να προστατεύσει την  πλούσια μειονότητα εις βάρος της πλειοψηφίας,"  δήλωσε ο Μάντισον Αυτή ήταν η κατευθυντήρια αρχή του δημοκρατικού συστήματος από τις ρίζες του μέχρι και σήμερα.

Σε δημόσια συζήτηση, ο Madison μίλησε για τα δικαιώματα των μειονοτήτων εν γένει, αλλά είναι αρκετά σαφές ότι είχε μια συγκεκριμένη μειονότητα στο μυαλό "την μειονότητα των πλουσίων." Η σύγχρονη πολιτική θεωρία τονίζει την πεποίθησή του Μάντισον ότι «σε μια δίκαιη και ελεύθερη κυβέρνηση τα δικαιώματα τόσο των αγαθών όσο και των προσώπων θα πρέπει να φυλάσσονται αποτελεσματικά ." Αλλά σε αυτή την περίπτωση είναι χρήσιμο να εξετάσουμε το δόγμα πιο προσεκτικά. Δεν υπάρχουν δικαιώματα της ιδιοκτησίας, μόνο δικαιώματα σε ιδιοκτησία, τα δικαιώματα των ατόμων με περιουσία. Ίσως έχω το δικαίωμα για το αυτοκίνητό μου, αλλά το αυτοκίνητό μου δεν έχει δικαιώματα. Το δικαίωμα της ιδιοκτησίας διαφέρει επίσης από τα άλλα στο ότι η κατοχή από κάποιο άτομο ακίνητης περιουσίας, στερεί του δικαιώματος αυτού  από ένα άλλο άτομο, αν κατέχω το αυτοκίνητό μου, δεν το κατέχεις κι εσύ. Αλλά σε μια δίκαιη και ελεύθερη κοινωνία, η ελευθερία του λόγου μου δεν θα περιορίσει τη δική σου . Η Μαντισονική αρχή, λοιπόν, είναι ότι η κυβέρνηση πρέπει να διασφαλίζει τα δικαιώματα των ατόμων γενικότερα, αλλά πρέπει να παρέχει ειδικές και πρόσθετες εγγυήσεις για τα δικαιώματα  μιας κατηγορίας προσώπων, αυτούς που κατέχουν περιουσία.

Ο Madison προέβλεψε ότι η απειλή της δημοκρατίας ήταν πιθανό να γίνει πιο σοβαρή με την πάροδο του χρόνου λόγω της αύξησης του " ποσοστού εκείνων που θα εργάζονται κάτω από όλες τις δυσκολίες της ζωής, και κρυφά  θα αναστενάζουν για μια πιο ισότιμη κατανομή των ευλογιών της." Θα μπορούσαν να αποκτήσουν επιρροή, φοβόταν ο Μάντισον. Ανησυχούσε  με τα «συμπτώματα ενός πνεύματος ισοπέδωση» που είχε ήδη εμφανιστεί, και προειδοποίησε » για το μελλοντικό κίνδυνο", αν το δικαίωμα του εκλέγειν θα έβαζε " την εξουσία επί της ιδιοκτησίας στα χέρια εκείνων που είναι χωρίς μερίδιο σε αυτή." Αυτοί οι "χωρίς περιουσία, ή με την ελπίδα της απόκτησης αυτής, δεν μπορεί να αναμένεται να συμμερίζονται αρκετά τα δικαιώματά της,"  εξήγησε ο Madison. Η λύση του ήταν να κρατηθεί η πολιτική εξουσία στα χέρια εκείνων που "προέρχονται και αντιπροσωπεύουν τον πλούτο του έθνους," το "πιο ικανό σύνολο των ανδρών," με το ευρύ κοινό κατακερματισμένο και ανοργάνωτο ...

***

 ... Το Κράτος εθνικής Ασφάλειας που εγκαταστάθηκε και υποστηρίχτηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες γίνεται αντικείμενο συζήτησης σε ένα σημαντικό βιβλίο του Lars Schoultz, ενός από τους κορυφαίους μελετητές της Λατινικής Αμερικής. Ο στόχος του, σύμφωνα με τα λόγια του, ήταν "να καταστρέψει μόνιμα μια αντιληπτή απειλή για την υπάρχουσα δομή της κοινωνικοοικονομικής λειτουργίας εξαλείφοντας την πολιτική συμμετοχή της αριθμητικής πλειοψηφίας," το"μεγάλο θηρίο." του Χάμιλτον  Ο στόχος είναι βασικά ο ίδιος στην ίδια την κοινωνία εσωτερικά ,αν και τα μέσα είναι διαφορετικά.

Το μοτίβο συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ο πρωταθλητής των παραβάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο ημισφαίριο είναι η Κολομβία, επίσης ο μεγαλύτερος αποδέκτης αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας και εκπαίδευσης κατά τα τελευταία χρόνια. Το πρόσχημα είναι ο «πόλεμος των ναρκωτικών», αλλά αυτό είναι «ένας μύθος», όπως αναφέρεται τακτικά από μεγάλες ομάδες ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την εκκλησία, και άλλους οι οποίοι έχουν διερευνήσει τη συγκλονιστικό ρεκόρ των φρικαλεοτήτων και τους στενούς δεσμούς μεταξύ των διακινητών ναρκωτικών, των γαιοκτημόνων, των στρατιωτικών, παραστρατιωτικών και των συνεργατών τους. Η κρατική τρομοκρατία κατέστρεψε λαϊκές οργανώσεις και σχεδόν κατέστρεψε το μόνο ανεξάρτητο πολιτικό κόμμα με την δολοφονία χιλιάδων ακτιβιστών, συμπεριλαμβανομένων των προεδρικών υποψηφίων, δημάρχων και άλλων. Παρ 'όλα αυτά η  Κολομβία χαιρετίστηκε ως μια σταθερή δημοκρατία, αποκαλύπτοντας και πάλι τι σημαίνει «δημοκρατία».

Ένα ιδιαίτερα διδακτικό παράδειγμα είναι η αντίδραση έναντι των πρώτων πειραματισμών της Γουατεμάλα με τη δημοκρατία. Σε αυτή την περίπτωση τα μυστικα αρχεία είναι εν μέρει διαθέσιμα, έτσι ώστε να γνωρίζουμε αρκετά για το σκεπτικό που καθοδήγησε  αυτή την  πολιτική. Το 1952 η CIA προειδοποίησε ότι οι «ριζοσπαστικές και εθνικιστικές πολιτικές» της κυβέρνησης είχαν κερδίσει "την υποστήριξη ή τη συναίνεση όλων σχεδόν των Γουατεμαλών." Η κυβέρνηση "κινητοποιώντας την μέχρι σήμερα πολιτικά αδρανή αγροτιά" και  δημιουργώντας "μαζική υποστήριξη για το σημερινό καθεστώς" μέσω της οργάνωσης της εργασίας, την αγροτική μεταρρύθμιση, και άλλες πολιτικές " ταυτίστηκε με την επανάσταση του 1944", η οποία είχε προκαλέσει "ένα ισχυρό εθνικό κίνημα για να ελευθερώσει την  Γουατεμάλα από τη στρατιωτική δικτατορία, την κοινωνική καθυστέρηση, και «οικονομική αποικιοκρατία», η οποία ήταν το πρότυπο του παρελθόντος. " Οι πολιτικές της δημοκρατικής κυβέρνησης "ενέπνευσαν την πίστη και διέπλασαν την αδέσμευτη  τάση των πιο συνειδητοποιημένων πολιτικά Γουατεμαλών." Οι υπηρεσίες μυστικών πληροφοριών  ανέφεραν ότι η δημοκρατική ηγεσία «επέμεινε  στη διατήρηση ενός ανοικτού πολιτικού συστήματος," επιτρέποντας έτσι στους κομμουνιστές να «επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους και να επηρεάσουν αποτελεσματικά διάφορους τομείς του πληθυσμού." Αυτές οι ελλείψεις της δημοκρατίας είχαν θεραπευτεί από το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1954 και της κυριαρχίας του τρόμου, έκτοτε, πάντοτε με μεγάλης κλίμακας υποστήριξη των ΗΠΑ.

Το πρόβλημα της εξασφάλισης της «συναίνεσης» έχει προκύψει επίσης με τους διεθνείς οργανισμούς.  Πρώτα, τα Ηνωμένα Έθνη ήταν ένα αξιόπιστο εργαλείο της πολιτικής των ΗΠΑ, και ήταν άξια θαυμασμού. Αλλά η απο-αποικιοποίηση έφερε  αυτό  που θα εκαλείτο  «η τυραννία της πλειοψηφίας." Από το 1960 η Ουάσιγκτον πήρε το προβάδισμα στην άσκηση βέτο  στα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας (με τη Βρετανία δεύτερη, και τη Γαλλία να είναι  η απόμακρη τρίτη), και ψήφιζε μόνη της  ή με λίγα κράτη  πελάτες κατά των ψηφισμάτων της Γενικής Συνέλευσης. Ο ΟΗΕ έπεσε σε δυσμένεια, και άρχισαν να εμφανίζονται νηφάλια άρθρα που ρωτούσαν   γιατί ο κόσμος " αντιτίθετο στις Ηνωμένες Πολιτείες" Ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να αντιτίθενται στον κόσμο είναι μια σκέψη πολύ παράξενη για να είναι διασκεδαστική. Οι  σχέσεις των ΗΠΑ με το Διεθνές Δικαστήριο  και με άλλα διεθνή θεσμικά όργανα έχουν υποστεί μια παρόμοια εξέλιξη ...

***

... δόγματα ... έχουν δημιουργηθεί για να επιβάλουν τις σύγχρονες μορφές της πολιτικής δημοκρατίας. Εκφράζονται με αρκετή ακρίβεια σε ένα σημαντικό εγχειρίδιο του κλάδο δημοσίων σχέσεων από έναν από τους πρωταγωνιστές της, Edward Bernays. Ανοίγει με την παρατήρηση ότι η συνειδητή και έξυπνη χειραγώγηση των οργανωμένων συνηθειών και των απόψεων των μαζών είναι ένα σημαντικό στοιχείο στη δημοκρατική κοινωνία. Για να πραγματοποιήσουν  αυτό το βασικό στόχο οι ευφυείς μειονότητες πρέπει να κάνουν χρήση της προπαγάνδας συνεχώς και συστηματικά, "επειδή μόνον" αυτοί καταλαβαίνουν τις νοητικές διεργασίες και κοινωνικά πρότυπα των μαζών "και μπορούν να" τραβούν τα καλώδια που ελέγχουν τον κοινό νου. Ως εκ τούτου,  « η κοινωνία  μας έχει συναινέσει να επιτρέψει τον ελεύθερο ανταγωνισμό που θα οργανωθεί από την ηγεσία και την προπαγάνδα», μια άλλη περίπτωση «συναίνεσης χωρίς συναίνεση». Η προπαγάνδα παρέχει στην ηγεσία  ένα μηχανισμό "για να πλάσει το μυαλό των μαζών", ώστε "να διοχετεύσουν την πρόσφατα αποκτημένη  δύναμή τους προς την επιθυμητή κατεύθυνση." Η ηγεσία μπορεί να "συντάξει  το κάθε κομμάτι της κοινής γνώμης όσο ένα σύνταγμα στρατού συντάσσει τα σώματα των στρατιωτών του." Αυτή η διαδικασία της « μηχανοποίησης της συγκατάθεσης " είναι η "ουσία της δημοκρατικής διαδικασίας," έγραψε   ο Bernays...
Consent Without Consent
excerpted from the book
Profit Over People
by Noam Chomsky
Seven Stories Press, 1999
http://thirdworldtraveler.com/PageMill_Images/redblueline.gif

... Over the years, popular forces have sought to gain a larger share in managing their affairs, with some success alongside many defeats. Meanwhile an instructive body of thought has been developed to justify elite resistance to democracy. Those who hope to understand the past and shape the future would do well to pay careful attention not only to the practice but also to the doctrinal framework that supports it.
The issues were addressed 250 years ago by David Hume in classic work. Hume was intrigued by "the easiness with which the many are governed by the few, the implicit submission with which men resign" their fate to their rulers. This he found surprising, because "force is always on the side of the governed." If people would realize that, they would rise up and overthrow the masters. He concluded that government is founded on control of opinion, a principle that "extends to the most despotic and most military governments, as well as to the most free and most popular."
Hume surely underestimated the effectiveness of brute force. A more accurate version is that the more "free and popular" a government, the more it becomes necessary to rely on control of opinion to ensure submission to the rulers.
That people must submit is taken for granted pretty much across the spectrum. In a democracy, the governed have the right to consent, but nothing more than that. In the terminology of modern progressive thought, the population may be "spectators," but not "participants," apart from occasional choices among leaders representing authentic power. That is the political arena. The general population must be excluded entirely from the economic arena, where what happens in the society is largely determined. Here the public is to have no role, according to prevailing democratic theory.
***
... The founding fathers repeated the sentiments of the British "men of best quality" in almost the same words. As one put it "When I mention the public, I mean to include only the rational part of it. The ignorant and vulgar are as unfit to judge of the modes [of government], as they are unable to manage [its] reins." The people are a "great beast" that must be tamed, his colleague Alexander Hamilton declared. Rebellious and independent farmers had to be taught, sometimes by force, that the ideals of the revolutionary pamphlets were not to be taken too seriously. The common people were not to be represented by countrymen like themselves, who know the people's sores, but by gentry, merchants, lawyers, and other "responsible men" who could be trusted to defend privilege.
The reigning doctrine was expressed clearly by the President of the Continental Congress and first Chief Justice of the Supreme Court, John Jay "The people who own the country ought to govern it." One issue remained to be settled Who owns the country? The question was answered by the rise of private corporations and the structures devised to protect and support them, though it remains a difficult task to compel the public to keep to the spectator role.
The United States is surely the most important case to study if we hope to understand the world of today and tomorrow. One reason is its incomparable power. Another is its stable democratic institutions. Furthermore, the United States was as close to a tabula rasa as one can find. America can be "as happy as she pleases," Thomas Paine remarked in 1776 "she has a blank sheet to write upon." The indigenous societies were largely eliminated. The U.S. also has little residue of earlier European structures, one reason for the relative weakness of the social contract and of support systems, which often had their roots in pre-capitalist institutions. And to an unusual extent, the sociopolitical order was consciously designed. In studying history, one cannot construct experiments, but the United States is as close to the "ideal case" of state capitalist democracy as can be found.
The main designer, furthermore, was an astute political thinker James Madison, whose views largely prevailed. In the debates on the Constitution, Madison pointed out that if elections in England" were open to all classes of people, the property of landed proprietors would be insecure. An agrarian law would soon take place," giving land to the landless. The Constitutional system must be designed to prevent such injustice and "secure the permanent interests of the country," which are property rights.
Among Madisonian scholars, there is a consensus that "the Constitution was intrinsically an aristocratic document designed to check the democratic tendencies of the period," delivering power to a "better sort" of people and excluding those who were not rich, well born, or prominent from exercising political power (Lance Banning). The primary responsibility of government is "to protect the minority of the opulent against the majority," Madison declared. That has been the guiding principle of the democratic system from its origins until today.
In public discussion, Madison spoke of the rights of minorities in general, but it is quite clear that he had a particular minority in mind "the minority of the opulent." Modern political theory stresses Madison's belief that "in a just and a free government the rights both of property and of persons ought to be effectually guarded." But in this case too it is useful to look at the doctrine more carefully. There are no rights of property, only rights to property that is, rights of persons with property. Perhaps I have a right to my car, but my car has no rights. The right to property also differs from others in that one person's possession of property deprives another of that right if I own my car, you do not; but in a just and free society, my freedom of speech would not limit yours. The Madisonian principle, then, is that government must guard the rights of persons generally, but must provide special and additional guarantees for the rights of one class of persons, property owners.
Madison foresaw that the threat of democracy was likely to become more severe over time because of the increase in "the proportion of those who will labor under all the hardships of life, and secretly sigh for a more equal distribution of its blessings." They might gain influence, Madison feared. He was concerned by the "symptoms of a leveling spirit" that had already appeared, and warned "of the future danger" if the right to vote would place "power over property in hands without a share in it." Those "without property, or the hope of acquiring it, cannot be expected to sympathize sufficiently with its rights," Madison explained. His solution was to keep political power in the hands of those who "come from and represent the wealth of the nation," the "more capable set of men," with the general public fragmented and disorganized...
***
...The National Security States installed and backed by the United States are discussed in an important book by Lars Schoultz, one of the leading Latin American scholars. Their goal, in his words, was "to destroy permanently a perceived threat to the existing structure of socioeconomic privilege by eliminating the political participation of the numerical majority," Hamilton's "great beast." The goal is basically the same in the home society, though the means are different.
The pattern continues today. The champion human rights violator in the hemisphere is Colombia, also the leading recipient of U.S. military aid and training in recent years. The pretext is the "drug war," but that is "a myth," as regularly reported by major human rights groups, the church, and other who have investigated the shocking record of atrocities and the close links between the narcotraffickers, landowners, the military, and their paramilitary associates. State terror has devastated popular organizations and virtually destroyed the one independent political party by assassination of thousands of activists, including presidential candidates, mayors, and others. Nonetheless Colombia is hailed as a stable democracy, revealing again what is meant by "democracy."
A particularly instructive example is the reaction to Guatemala's first experiment with democracy. In this case the secret record is partially available, so we know a good deal about the thinking that guided policy. In 1952 the CIA warned that the "radical and nationalist policies" of the government had gained "the support or acquiescence of almost all Guatemalans." The government was "mobilizing the hitherto politically inert peasantry" and creating "mass support for the present regime" by means of labor organization, agrarian reform, and other policies "identified with the revolution of 1944," which had aroused "a strong national movement to free Guatemala from the military dictatorship, social backwardness, and 'economic colonialism' which had been the pattern of the past." The policies of the democratic government "inspired the loyalty and conformed to the self-interest of most politically conscious Guatemalans." State Department intelligence reported that the democratic leadership "insisted upon the maintenance of an open political system," thus allowing Communists to "expand their operations and appeal effectively to various sectors of the population." These deficiencies of democracy were cured by the military coup of 1954 and the reign of terror since, always with large-scale U.S. support.
The problem of securing" consent" has also arisen with international institutions. At first, the United Nations was a reliable instrument of U.S. policy, and was greatly admired. But decolonization brought about what came to be called "the tyranny of the majority." From the 1 960s Washington took the lead in vetoing Security Council resolutions (with Britain second, and France a distant third), and voting alone or with a few client states against General Assembly resolutions. The UN fell into disfavor, and sober articles began to appear asking why the world was "opposing the United States"; that the United States might be opposing the world is a thought too bizarre to be entertained. U.S. relations with the World Court and other international institutions have undergone a similar evolution...
***
... doctrines ... have been crafted to impose the modern forms of political democracy. They are expressed quite accurately in an important manual of the public relations industry by one of its leading figures, Edward Bernays. He opens by observing that the conscious and intelligent manipulation of the organized habits and opinions of the masses is an important element in democratic society. To carry out this essential task the intelligent minorities must make use of propaganda continuously and systematically," because they alone "understand the mental processes and social patterns of the masses" and can "pull the wires which control the public mind. Therefore, our "society has consented to permit free competition to be organized by leadership and propaganda," another case of "consent without consent." Propaganda provides the leadership with a mechanism "to mold the mind of the masses" so that "they will throw their newly gained strength in the desired direction." The leadership can "regiment the public mind every bit as much as an army regiments the bodies of its soldiers." This process of "engineering consent" is the very "essence of the democratic process," Bernays wrote ...

Μετάφραση από τ΄Αγγλικά: Νεοκλής Κυριάκου
***




Alpha