Δημοφιλείς αναρτήσεις

Προς Αναγνώστη Καλωσόρισμα και μια εξήγηση

Αγαπητέ αναγνώστη, καλώς όρισες στα μέρη μας, μπορείς να ξεκουραστείς λίγο εδώ, δεν έχουμε θέματα που λειτουργούν σαν ενοχλητικές μυίγες, εδώ θα βρεις κάποια κείμενα ποίησης ή πεζά, κείμενα φιλοσοφίας, αρχαίου ελληνικού λόγου, κείμενα γραμμένα στις πιο γνωστές ευρωπαϊκές γλώσσες, (μια καλή μετάφραση εκ μέρους σου θα ήταν ευπρόσδεκτη) που μου έκαναν εντύπωση, αν κι εσύ βρεις κάτι, πολύ ευχαρίστως θα το δημοσιεύσω αν είναι κοντά σ'αυτά που αποτελούν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα αυτού του μπλόγκ. Επίσης η Τέχνη αποτελεί κεντρική θέση όσον αφορά στις δημοσιεύσεις αυτού του ιστότοπου, αφού η πρωταρχική μου ενασχόληση από εκεί ξεκινά κι' εκεί καταλήγει. Φανατικά πράγματα μην φέρεις εδώ, δεν είναι αυτός ο τόπος, φτηνές δημαγωγίες επίσης εξαιρούνται, σκέψεις δικές σου, γνήσιες, προβληματισμούς δικούς σου, πολύ ευχαρίστως, ανακύκλωση εκείνου του χαώδους, όπου σεύρω κι όπου μεύρεις, δεν το θέλω. Οι καλές εξηγήσεις κάνουν τους καλούς φίλους. Εύχομαι καλή ανάγνωση.

σημ: κάθε κείμενο μπορεί να αναδημοσιευτεί ελεύθερα φτάνει να αναφέρεται οπωσδήποτε
η πηγή του, δηλ, η ονομασία του μπλόγκ μου.
Σας ευχαριστώ για την κατανόηση!







Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

To σπινθηροβόλο πνεύμα του Κώστα Ζουράρι 3




Γενίτσαρος από τα Γιάννενα, χαρακτικό του O.M.v.Stackelberg

«…ν’ ἀσπασθῇ τὴν ἰσλαμικὴν θρησκείαν, ἐὰν θέλῃ ν’ ἀποκτήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀνατροφῆς τοῦ τέκνου της…»
(Ἀπόφαση τοῦ Ἱεροδικαστηρίου Βεροίας, 15η Σεβὰλ 1008 ἔτος Ἐγίρας, ἢ 30 Ἀπριλίου 1600). Ἀρχεῖον Βεροίας-Ναούσης 1598-1886, ἐπιμέλεια Ἰωάν. Κ. Βασδραβέλλη, ἐκδ. ΕΜΣ 1954, σελ. 2-3)
Κώστας Γ. Ζουράρις
εἰδικὸς σύμβουλος τῆς «Μακεδονίας» καὶ τινῶν ἀκόμη
Ἀντίβαρο, Ὀκτώβριος 2007 [ἀναδημοσίευση ἀπὸ τή Μακεδονία]

Μένω, ἐπιμένω: ὅσα «ἔγκυρα» μέλη τοῦ Παιδαγωγικοῦ Ἰνστιτούτου ἔκριναν, τότε, πρὸ τριετίας, τὸ κίβδηλο ἐκεῖνο κουρελούργημα τῆς «Ἱστορίας» γιὰ τὴν ΣΤ΄ Δημοτικοῦ, ἐξακολουθοῦν νὰ ὑπέχουν ποινικὴν καὶ ἀστικὴν εὐθύνην, γιὰ συνέργεια στὴν ἀπάτη καὶ τὴν πλαστογραφία, ποὺ διέπραξε τὸ ἐγκριθὲν ἀπὸ αὐτοὺς «βιβλίο», εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ ἀπόσυρση ὅλου αὐτοῦ τοῦ συνεργοῦντος στὴν ἀπάτη τεμπελχανείου, δὲν ἀρκεῖ: πρέπει νὰ ἐπιμερισθοῦν καὶ οἱ εὐθύνες τους.
Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνέκριναν οἱ ὑπεύθυνοι αὐτοὶ συνεργοὶ τοῦ Παιδαγωγικοῦ Ἰνστιτούτου, τὴν ἀναξιόπιστη καὶ ἐπονείδιστη ἐκείνη «πηγὴ» τῆς ρεπουσοβουλγκάτας, τῆς σελίδας 19, καὶ νὰ μένουν ἀτιμώρητοι! (Διότι ἀναπολόγητοι δὲν ὑπῆρξαν, ἐφ’ ὅσον ἀπελογήθησαν ἤδη, βλακωδῶς καὶ ἀναισχύντως…). Ναί, νὰ ὑποχρεώνουν τὰ παιδάκια μας, νὰ καταπίνουν καὶ «νὰ ἀφομοιώνουν» (διὰ σχολικῆς ἐργασίας (!), τὴν τουρκικὴ ληστοσυμμορία τῆς δῆθεν ὀθωμανικῆς «πολυπολιτισμικότητας» καὶ «ἀνεκτικότητας». Κι ὅλην αὐτὴν τὴν ἀνθελληνικὴ πλαστογραφία, νὰ τὴν «παίρνει» ἡ Ρεπουσοσυμμωρία, ἀπὸ «ἔγκυρη» πηγή, ἕναν πρεσβευτὴ Γάλλο στὴν Πόλη, ποὺ ἔμεινε δεκάξι χρόνια ἐκεῖ, καὶ προφανῶς, τά ’πιανε χοντρὰ ἀπὸ τὸν Σουλτᾶνο, γιὰ νὰ στέλνει αὐτὲς τὶς «ἐκθέσεις» πρὸς τὸ «Κέντρο» του! Ἄσε, ποὺ κι ἡ Γαλλία, μὲ τὶς «capitulations» (διομολογήσεις), εἶχε συμφέροντα στὴν Ὀθωμανία καί, οὔτως ἢ ἄλλως, ἤθελες τρεῖς μῆνες διαδρομή, τότε, Παρίσι-Κωνσταντινούπολη! Γιὰ νά ’ρθουν «ὁδηγίες»… Κι ἂν δὲν σὲ ἔβαζαν καὶ δυὸ μῆνες σὲ λοιμοκαθαρτήριο, γιὰ νὰ διαπιστώσουν, τότε, ὅτι δὲν εἶσαι φορεὺς πανούκλας… �›οιπόν; Πολὺ ἀξιόπιστη «πηγή», ὁ Γάλλος μισθαρχίδης…

�›οιπόν, γιατὶ οἱ «ἐπίσημοι» παιδαγωγοί μας, ἐκτελοῦν πειθήνιοι καὶ προφανῶς «ἀφιλοκερδεῖς», τὴν γραμμὴ τοῦ Κεμαλικοῦ γενοκτόνου καθεστῶτος, ποὺ ξοδεύει ἑκατομμύρια σὲ ἐξαγορὰ ἐκδόσεων, συνεδρίων, ἀσυνειδησιῶν, ὥστε νὰ ἐμφανίζει τοὺς ληστρικῶς γενοκτόνους Ὀθωμανοὺς προγόνους του, ὡς ἀνεπιψόγως «πολυπολιτισμικούς»; Γιατί, τὰ μίσθαρνα αὐτὰ «μέλη» τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας (ναί, μίσθαρνα, κατὰ κυριολεκτικῶς ἐτυμολογίαν), δὲν παρέθεσαν, γιὰ τὰ δωδεκάχρονα παιδάκια μας, τὶς πηγὲς ποὺ παραθέτω ἐγώ, καὶ βέβαια ἀφθονοῦν στὶς παγκόσμιες βιβλιοθῆκες καὶ τὴν βιβλιογραφία; Γιὰ τὸν Γάλλο ἀπατεῶνα καὶ τοὺς Τούρκους γενοκτόνους, τοὺς πληρώνει ὁ Ἑλληνικὸς �›αός;

Τὸ προηγούμενό μου κείμενο, παρέπεμπε σὲ γνήσιο Σουλτανικὸ φιρμάνι, ἐμπεριέχον, ἐπὶ πλέον, καὶ ἱερὸν φετφᾶν τοῦ Σεϊχ-οὐλ-Ἰσλάμ, τοῦ 1601, (τοῦ ἀνωτάτου ἑρμηνευτοῦ» τῆς Σαρία-ἱεροῦ νόμου), καὶ φανέρωνε, ὅτι τὸ Ὀθωμανικὸ καθεστὼς ὑπῆρξε ἀπολύτως ὁλοκληρωτικό, πολιτισμικῶς ρατσιστικὸ καὶ γενοκτόνο: τὸ αἷμα τῶν ἑλλήνων «ἀπίστων», «θεωρουμένου ἄνευ ἀξίας» (!!!), ἐπέτρεπε στὸν Σουλτᾶνο, ποὺ ἦταν καὶ ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Χαλιφάτου-θεοκρατικοῦ καθεστῶτος, νὰ διατάζει, ὅτι «θὰ ἀπαγχονίζηται εὐθύς, εἰς τὸ κατώφλιον τῆς θύρας του» (!!!), ὁ ὁποιοσδήποτε, συγγενὴς ἢ περαστικός, «ἀντιστῇ» στὸ παιδομάζωμα τοῦ «καλλιμόρφου» δεκαπεντάχρονου! Ποῦ τὸ βρῆκαν, στὴν «διεθνῆ βιβλιογραφία», τὰ δικά μας ραγιάδικα βλακόμετρα, ὅτι ἡ ὀθωμανικὴ δυναστεία ἦταν, τάχα μου, «ἀνεκτική»; Στὰ πληρωμένα τουρκικὰ συνέδρια, ἢ στὸν κάθε ξένο «πανεπιστημιακό», ποὺ τὰ πιάνει ἀπὸ τοὺς Κεμαλικοὺς γενοκτόνους, ὅπως ἐκεῖνος ὁ Γάλλος μισθαρχίδης πρεσβευτής;

Ἐπιμένω: γιατὶ οἱ «κριτές», οἱ κρίναντες καὶ ἐγκρίναντες τὴν βλιτάδα ρεπουσοβουλγκάτα, δὲν τῆς ἐπέβαλλαν ἁρμοδίως τὶς πηγές, ποὺ ἐγὼ καὶ ἡ παγκόσμια ἐπιστημονικὴ κοινότης χρησιμοποιοῦμε, ἀλλὰ δέχθηκαν ἀπνευστί, τὴν δική της, ἐπιλεκτικὴ καὶ μόνη (!!!) πηγὴ-ἀναφορά; Ποία ἡ εὐθύνη τῶν «θεσμικῶν» μας ἀνευθυνο-ὑπεύθυνων τοῦ τότε Παιδαγωγικοῦ Ἰνστιτούτου; «Τίς πταίει»;
Θὰ γίνει, ἐπιτέλους, κάποτε, σοβαρὸ «Ντεβλὲτ» ἡ Ψωροκώσταινα, ὅπως σοβαρότατο εἶναι τὸ γενοκτόνο, κεμαλικὸ Κράτος; Ἤ, θὰ βλακεύουν παρ’ ἡμῖν σπουδαρχίδια, «μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις ἀπὸ ξένες γλῶσσες»…«παιδαγωγικὰ» μονδέρνες, «μετανεωτερικές»; Καί, «ἐχέστηκεν ἀπού ’κλανε στοῦ Γιαλαμπῆ τ’ ἁλῶνι»;

…(ἡ μητέρα του)… «…ἡ ἄπιστος Γραμματική… ἐξηκολούθει νὰ θεωρῇ τὸν μικρὸν υἱόν, ὡς ἀνήκοντα εἰς τὴν βρωμερὰν τῶν ἀπίστων θρησκείαν…

(Ἀπὸ τὴν ἀπόφαση τοῦ Ἱεροδικαστηρίου Βεροίας, 15η Σεβὰλ 1008, ὅπ. παρ.)

Παραθέτω, μία ἄλλη, φρικιαστικὴ πηγή. Ἡ προηγουμένη, ἦταν, ἂς εἴμαστε ἐπιεικεῖς, μία πηγή, «πολιτική». Τρισβάρβαρης ἀλήθειας, ἀλλὰ ἄειντε, λέμε, ὅτι κράτος ἦταν οἱ Ὀθωμανοί, γενιτσάρους ἤθελαν… Ἀφοῦ πρῶτα βίαζαν τὸ στεατοπυγικὸ ὑποσύστημα τῶν ἑλλήνων «καλλιμόρφων», τῶν δεκαπέντε ἐτῶν. Κράτος ἦταν, «ὅλα τὰ Κράτη, πάνω-κάτω, τὰ ἴδια κάνουν»… Ἂς δεχθούμε τὴν ἀγχόνη «εὐθὺς εἰς τὸ κατώφλιον τῆς θύρας» του, γιὰ τὸν τραγικὸ πατέρα, ποὺ ζῆ, ἀνήμπορος καὶ οὐρλιάζοντας ἀπὸ πόνο, τὸν βιασμὸ τοῦ τρυφεροῦ γυιοῦ του, ἀπὸ τὸ «ἀνεκτικὸ» ὀθωμανικὸ καθεστώς… Ἐδῶ, ὅμως, παραθέτω, ἀμέσως μία πηγή, χειρότερης φρίκης - ἂν εἶναι δυνατόν - … Διότι προέρχεται ἀπὸ τὴν μὴ ἔνοπλη κοινωνία-συμβίωση τῶν Ἑλλήνων μὲ τὸ ὀθωμανικὸ καθεστὼς εἰσβολῆς καὶ κατοχῆς. Τεκμήριο-πηγή, ἀπὸ τὸ οἰκογενειακὸν δίκαιον ἐπὶ Τουρκοκρατίας. Καὶ εἶναι, αὐτό, ἀκόμη χειρότερο ἀπὸ τὸ γενιτσαρικὸ παιδομάζωμα. Ἰδού: Ἱεροδικεῖον Βεροίας, ἔτος 1008, 15η Σεβὰλ (30 Ἀπριλίου 1600). Ἐπικρατεῖ πλήρως, ὁ ὀθωμανικὸς πολιτισμός. Νάτος! Ἀστικὴ ὑπόθεση, οἰκογενειακοῦ δικαίου: «Παρουσιασθεὶς ἐνώπιον τοῦ Ἱεροδικαστηρίου, ὁ Ἀμπντῆ μπέης, παρουσίᾳ καὶ τῆς ἐν διαζεύξει εὐρισκομένης τέως συζύγου του Γραμματικῆς Ἰωάννου, ἁμαρτωλῆς καὶ ἀπίστου (ναί! ναί! στὸ ἐπίσημο ἔγγραφο τοῦ Ἱεροδικείου!), ἐδήλωσε καὶ κατέθεσε ὅτι: … […] …συνεζεύχθη μετ’ ἐμοῦ νομίμως καὶ δι’ ἱεροδικαστικῆς πράξεως καὶ μάλιστα ἐγέννησε πρὸς ἔτους ἄρρεν, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὠνόμασα �›ουτφῆ… Παρὰ ταῦτα ἡ ἁμαρτωλὴ καὶ ἄπιστος Γραμματική… ἐξηκολούθει, παρὰ τὰς συχνὰς ἀπειλάς μου… νὰ θεωρῆ τὸν μοκρὸν υἱὸν ὡς ἀνήκοντα εἰς τὴν βρωμερὰν τῶν ἀπίστων θρησκείαν καὶ νὰ καλῇ αὐτὸν Μελέτιον…» κτλ. Καὶ παρακάτω: «Αὔτη ὅμως (ἡ Γραμματική, μητέρα τοῦ δωδεκαμήνου βρέφους), εἰσῆλθεν ἐντὸς τῆς ἐν Βεροίᾳ οἰκίας μου, ἤρπασε τὸ τέκνον ἐκ τοῦ λίκνου…» κλπ.

Κι ὅμως, θαυμᾶστε, αὐτὸ ποὺ περιφρονεῖ ἡ βλιτάς-ἱστορία τῶν «ἐκσυγχρονιστῶν» τῆς ΣΤ΄ Δημοτικοῦ: μία νεαρή, ἀγράμματη ἑλληνίδα 24-28 χρόνων, ἀπὸ χωριό, στὰ μαῦρα χρόνια τῆς τουρκικῆς κατοχῆς, στὴν Βέροια… Τρεῖς αἰῶνες καὶ κάτι, πρὶν ἀπὸ τὴν ἀπελευθέρωση. Καὶ ΑΝΤΙΣΤΕΚΕΤΑΙ! Μόνη της! Χωρὶς Κλεφτουριὰ καὶ γράμματα καὶ χρήματα! Τὸν γυιό της, τὸν καλεῖ Μελέτιο! Ἀψηφᾶ τὸν Μπέη, «νόμιμο» σύζυγο, δυνάστη της, Νόμιμο;

Τὰ χεορότερα, δὲν τὰ διαβάσατε ἀκόμη. Νάτα, ἀπὸ τὴν πηγή-ἱεροδικαστήριον Βεροίας τοῦ 1600: «Κληθεῖσα ἐν συνεχείᾳ ἡ Γραμματική… κατέθεσεν: ὁ σύζυγός μου Ἀμπντῆ σιπαχῆς, ἀπὸ καιροῦ ἐρωτοτροπῶν πρὸς ἐμέ, ἐξώπλισεν ἀγνώστους τινάς, οἵτινες, εἰσελθόντες κατὰ τὴν νύκτα εἰς τὴν ἐν τῷ χωρίῳ Κούρσοβα οἰκίαν τοῦ πρώτου συζύγου μου, κατέσφαξαν αὐτὸν καὶ τὰ δύο τέκνα μου, Μελέτιον καὶ Γεώργιον. (!!!) Παραμείνασα χήρα, ἠναγκάσθην βίᾳ νὰ ὑποκύψω εἰς τὰς ἀπειλάς… καὶ νὰ γίνω σύζυγός του… καὶ ἔκτοτε συμβιοῦσα μετ’ αὐτοῦ, ἀπέκτησα ἄρρεν τέκνον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἥρπασα…» κτλ. «Τὸ δικαστήριον κρῖναν τὴν ὑπόθεσιν, ἐπρότεινεν εἰς τὴν Γραμματικὴν ν’ ἀσπασθῇ τὴν ἰσλαμικὴν θρησκείαν, ἐὰν θέλῃ ν’ ἀποκτήσῃ τὸ δικαίωμα ἀνατροφῆς τοῦ τέκνου της… μέχρι συμπληρώσεως τοῦ ἑβδόμου ἔτους τῆς ἡλικίας του»… (ὅπ. παρ.).
Ἰδού, τὸ πολυπολιτισμικὸ πρόσωπο τῆς Τουρκοκρατίας! Νάτο τὸ ἀνεκτικὸ «σύστημα» τῶν Τουρκοθωμανῶν… Διαβάζετε ὅλη τὴν φρίκη; Καί, ταυτοχρόνως, ὅλο τὸ ἀγέρωχο ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΟ φρόνημα τῆς ἀσήμαντης Βεροιώτισσας χωριατοπούλας τοῦ 1600; Δύο αἰῶνες πρὶν ἀπὸ τὸν φωταδιστικὸ Δυτικὸ Διαφωτισμό, ποὺ σύμφωνα μὲ τὴν ρεπουσιάδα, ἄνοιξε τὰ μάτια στὶς χωριατοποῦλες μας, ἐκεῖ στὰ βασιλόφρονα σαλόνια τοῦ Βολταίρου! Ἡ Βεροιώτισσα ἀντιστασιακή, ἀγράμματη χωριατοπούλα τοῦ 1600!

Καὶ ἡ ἀπόλυτη ΦΡΙΚΗ τῆς «ἀνεκτικῆς» Τουρκοκρατίας: Ὁ Ἀμπντῆ-μπέης εἶναι «σπαχῆς», μέλος τῆς ἔφιππης τουρκικῆς, στρατιωτικῆς ἀριστοκρατίας. Βλέπει, ἐκεῖ στὸ χωριὸ Κούρσοβα, ποὺ εἶναι τσιφλίκι του, τὴν Βεροιώτισσα καλλονή, τὴν Γραμματική. Ὁ κτηνώδης ὀθωμανὸς ἀριστοκράτης νοιώθει νὰ τὸν κατακλύζουν οἱ θεσμικὲς κτηνώδεις ὁρμές του… Ἡ Γραμματικὴ ὅμως, ἡ ἑλληνίδα καλλονή, εἶναι παντρεμένη. Καὶ μὲ δυὸ ἀνήλικα παιδιά… Ἔεε, καίαιαι; Τὸ κτηνώδες «ἀνεκτικὸ» καὶ «πολυπολιτισμικὸ» τούρκικο σύστημα, ἀνέχεται ὅλα τὰ «εὐαίσθητα» ἢ καὶ ἀναίσθητα «προσωπικὰ δεδομένα» τοῦ, κατὰ τὴν Ρεπούση, νομίμου «Κρατικοῦ ἀξιωματούχου», Ἀμπντῆ-μπέη. Ὁ Ἀμπντῆ-μπέης, λοιπόν, κατασφάζει καὶ τὸν ἕλληνα σύζυγο τῆς ἑλληνίδας καλλονῆς καὶ τὰ δύο ἀνήλικα τέκνα τους, Μελέτιο καὶ Γιῶργο. Καὶ τὴν βιάζει ὁ Τοῦρκος δυνάστης… Κι ἀπὸ τὸν βιασμό της, ἡ Γραμματική, γεννᾶ ἕνα παιδί. Κι ἡ Γραμματική, κρυφὰ καὶ φανερά, σφαγιασμένη ἀλλὰ ἀγέρωχη, τσακισμένη ἀλλὰ ἀνυπόταχτη, τὸ παιδὶ τοῦ βιασμοῦ της, τὸ ὀνομάζει Μελέτιο. Γιὰ νὰ τῆς θυμίζει τὸ ἕνα της, τουλάχιστον, παιδί, ποὺ τῆς ἔσφαξε ὁ Τοῦρκος βιαστής της…

Ὅσο δέ, γιὰ τὸ «ἀνεκτικὸ» τούρκικο Ἱεροδικαστήριο, αὐτό, τὸν χαβά του: ἀνέχεται τὶς τρεῖς δολοφονίες τοῦ Τούρκου «κρατικοῦ ἀξιωματούχου», βιαστοῦ καὶ χαμπάρι δὲν παίρνει γιὰ τὸν βιασμὸ καὶ τὶς τρεῖς ἀνθρωποκτονίες, ποὺ διέπραξε τὸ τουρκικὸ «πολυπολιτισμικὸ» κτῆνος. Καί, διατάζει στὴν ἀπόλυτη Ἀπελπισία, στὴν ἑλληνίδα σφαγιασμένη μητέρα, τὴν Γραμματική, νὰ γίνει Τουρκάλα, ἂν θέλει νὰ κρατήσει, γιὰ ἔξι μόνον ἀκόμη χρόνια, τὸ τρίτο της, παιδί, πρὶν τῆς τὸ πάρουν ὁριστικὰ ἀπὸ τὴν ἀγκαλιά της… Ναί: Τὸ Τουρκικό-Ὀθωμανικὸ σύστημα βασίζεται στὸν ἀπόλυτο ρατσιστικὸ διαχωρισμὸ τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι φυλετικῶς ὁλοκληρωτικὸ εἰς βάρος τῶν ὑποδούλων λαῶν, μὲ ἀναγνώριση τῆς ἀπόλυτης ρατσιστικῆς ὑπεροχῆς στὴν φυλετικῶς νικήτρια τουρκικὴ φυλή, ὅπως τὸ ἀποδεικνύει καὶ ἡ κοσμικὴ καὶ ἡ ἱεροκρατικὴ νομοθεσία τους. Ναί, αὐτὸ εἶναι τὸ δῆθεν «ἀνεκτικὸ» σύστημα τῶν Τούρκων, τὸ ὁποῖο βλακωδῶς καὶ παχηλῶς ἀγράμματοι προωθοῦν τὰ ἡμέτερα ἐπιστημονάρια. Ἔτσι ἔζησαν οἱ ὑπόδουλοι Ἕλληνες, γιὰ τέσσερις-πέντε αἰῶνες… Αὐτὰ λένε οἱ ἐπίσημες τουρκικὲς πηγές. Βέβαια, ἐπάναγκες γίνεται, πιά, νὰ λογοδοτήσουν τὰ μέλη τοῦ Παιδαγωγικοῦ Ἰνστιτούτου, τὰ τότε, γιὰ τὸ ἔγκλημα ποὺ διεπράχθη, πέρισυ, ἐπὶ μίαν σχολικὴ χρονιά, κατὰ τῶν Ἑλληνοπαίδων. Προτείνω νὰ χρησιμοποιηθεῖ ἡ νομολογία, ἡ προκύπτουσα ἀπὸ τὸ τουρκικὸ Ἱεροδικαστήριον: μὲ τέτοιο μοντελάκι δικαιοσύνης, τὸ τόσο «ἀνεκτικό», οἱ παιδαγωγοί-«κριτές», θὰ τὴν βγάλουν καθαρή. Τὸ πολύ-πολύ, τὸ πολυπολιτισμικὸ καὶ ἀνεκτικὸ ὀθωμανικὸν δίκαιον, νὰ τοὺς στείλει σὲ κάποιον Ἰνστιτοῦτον ἀνοχῆς…

[Αναδημοσίευση από την Εφημερίδα Μακεδονία]

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

To σπινθηροβόλο πνεύμα του Κώστα Ζουράρι


«…ἐπειδὴ τὰ οὐρητήρια δὲν διαθέτανε ἠλεκτρονικὸ μάτι…» ἄλλως «ὁ πνευματικὸς νεοπλουτισμὸς τῶν μορφωμένων μας»
Κώστας Γ. Ζουράρις
εἰδικὸς σύμβουλος τῆς «Μακεδονίας» καὶ τινῶν ἀκόμη

Ἀντίβαρο, \'Οκτώβριος 2007

«Δύστυχη Ἑλλάδα, νά ’ταν οἱ ξένοι μονάχα· μὰ καὶ οἱ Ἕλληνες; Καὶ καλά, οἱ Ἕλληνες γενικά· μὰ καὶ οἱ πιὸ κοντινοί μας, οἱ «διανοούμενοι»; Νὰ βλέπουν τὸν τόπο τους μὲ συγκατάβαση, σὰ μιὰ ὁποιαδήποτε μικρὴ χῶρα τῆς Μέσης Ἀνατολῆς; Ἐπειδὴ τὰ Πανεπιστήμια δὲν εἶχαν συγχρονισμένα ἐργαστήρια, γιὰ νὰ μὴν πῶ: κι ἐπειδὴ τὰ οὐρητήρια δὲ διαθέτανε ἠλεκτρονικὸ μάτι; Ἔ, λοιπὸν κι ἐγὼ θὰ τὸ ἐξομολογηθῶ: ἔνιωθα ἕνας ἀριστοκράτης ποὺ εἶχε -ὁ μόνος ποὺ εἶχε- τὸ προνόμιο νὰ λέει τὸν οὐρανό «οὐρανό», καὶ τὴ θάλασσα «θάλασσα», ἀκριβῶς ὅπως ἡ Σαπφώ, ἀκριβῶς ὅπως ὁ Ρωμανός… καὶ μόνον ἔτσι νὰ βλέπω ἀλήθεια τὸ γαλάζιο τοῦ αἰθέρος ἢ ν’ ἀκούω τὸ ρόχθο τοῦ πελάγους…» [1].

«Μιλῶ γιὰ μιὰ ἀριστοκρατικὴ ἀντίληψη, ποὺ συμβαίνει νὰ μὴν τὴν ἔχουν διόλου οἱ ἀριστοκράτες καὶ νὰ τὴν ἔχουν μὲ τὸ παραπάνω οἱ μικροὶ πληθυσμοὶ τοῦ Ἀρχιπελάγους· οἱ κυρ-Γιάννηδες κι οἱ κυρα-Μαρίες…». [2]

«…νά ’ταν οἱ ξένοι μονάχα· μὰ καὶ οἱ Ἕλληνες;».

Αυτὸ τὸ ἔξοχο ἀπόσπασμα τοῦ Ἐλύτη μοῦ ἦλθε στὸ νοῦ, ὅταν πληροφορήθηκα, ὅπως καὶ οἱ Πανέλληνες, γιὰ τὰ φραστικὰ ξεβρακώματα ἐκείνης τῆς δυσαναβάτου σαχλαμάρας κυρίας Πανταδίνου, ποὺ παρίστανε τὴν πρέσβειρά μας στὰ Σκόπια. Δὲν εἶναι μόνο ποὺ ἡ σαχλεπίσαχλος αὐτὴ Κατιτίδου-πρεσβευτίνα, τρυχῆ κατένειμε τὶς τρίχες της περὶ Σκοπιανοῦ: ἕνα, σὲ λάθος τόπο (πρέσβειρα αὐτὴ στὰ Σκόπια), δύο, σὲ λάθος χρόνο (τώρα ποὺ μᾶς πιέζουν οἱ Νατο-ἀμερικανοὶ ἐκβιασμοί) καὶ τρία, σὲ λάθος Μέσον (σὲ φυλλάδα τοῦ ἀμερικανικοῦ οἰκονομικοῦ κατεστημένου, ὅπου ἤδη οἱ Σκοπιανοὶ ἀμερικανοπράκτορες εἶχαν καταχωρίσει πληρωμένη διαφήμιση τῆς ληστοσυμμορίας τους). Ἐπίσης, δὲν εἶναι μόνον ποὺ ἡ πανάσχετη ἐν διπλωματίᾳ θεραπαινὶς τοῦ δυτικοῦ μονοδογματισμοῦ («pensée unique»), ἀγνοοῦσε τὸν Θουκυδίδη της: στὶς διεθνεῖς σχέσεις εἶσαι πάντοτε μόνος, ἀσχέτως τῶν δῆθεν «συμμαχιῶν», ποὺ δὲν εἶναι παρὰ προσωρινὴ σύγκλιση συμφερόντων: «…καὶ ὅσῳ αὐτοὶ αὐτῶν δυνατώτεροι ἐγίγνοντο καὶ ἡμεῖς ἐρημότεροι…».

Ὅταν, τοὺς πρώην σοβιετοκαγκεμπίτες καὶ νῦν ἀμερικανομαφιόζους «ἰθύνοντες» Σκοπιανούς, τοὺς δυναμώνουν τὰ ἀφεντικά τους, δὲν πᾶς ἐσύ, θουκυδιδείως ἀναλφάβητη τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν τεμενάδων, νὰ ρίξεις λάδι στὴ φωτιὰ τῆς Ἐρημιᾶς μας («καὶ ἡμεῖς ἐρημότεροι»). Καὶ νὰ πεῖς, γελοιωδῶς πανάσχετη, ὅτι πρέπει νὰ προσκυνήσουμε. Διότι, «εὐθύς» ἀμέσως, θὰ ἐπέλθει κάτι μεῖζον εἰς βάρος μας ἀπὸ τὰ Ἀφεντικά, ἐπειδὴ ἀπὸ φόβο ἐμεῖς ὑποκύψαμε στὶς ἐπιταγές τους: («εὐθὺς τι μεῖζον ἐπιταχθήσεσθε ὑμῖν, ὡς φόβῳ καὶ τοῦτο ὑπακούσαντες…». Ναὶ ρέ, πρεσβευτικὴ ἀσχετίλα! Καὶ «πολὺ Δυτικόφρων», δηλαδή… Ἀλλ’ ὄχι θουκυδιδειόφρων… Δὲν ἦταν λοιπὸν ἡ «ἐπαγγελματικὴ» ἀσχετίλα, ποὺ μὲ ἐνόχλησε στὴν πρέσβειρα κυρία Κατιτίδου (ἰδοὺ ἕνα παράδειγμα γιὰ τὴν ἀλήθεια περὶ τὸ «ὄνομα»: ἐνοχλεῖ ἢ δὲν ἐνοχλεῖ ἡ παραποίηση ποὺ τῆς κάνω, δημιουργεῖ ἢ δὲν δημιουργεῖ ἀταξία καὶ ἑστία συγκρούσεων αὐτὴ ἡ παραχάραξη τῆς αὐθεντικότητας ποὺ διαπράττω, τώρα, εἰς βάρος τοῦ ὀνόματος τῆς κυρίας πρέσβειρας;).

Ὄχι λοιπόν.

Ἐκεῖνο, τὸ ἄκρως προσβλητικὸ γιὰ τὸν καθ’ ἡμᾶς Τρόπον, εἶναι αὐτὸς ὁ συμπλεγματικὸς «πνευματικὸς νεοπλουτισμός», ποὺ ἐπεδείξατο ἡ ἀνεκδιήγητη πρεσβευτίνα μας: «Πνευματικὸς νεοπλουτισμὸς τῶν μορφωμένων μας», ὅπως τοὺς κατακοροϊδεύει ὁ κοσμοπολίτης μέν, ἐντελῶς Ρωμηὸς δέ, Σεφέρης. Ἤ, ὅπως τοὺς χλευάζει ὅλους αὐτοὺς τοὺς κομπλεξάκηδες τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν τεμενάδων, ἢ τοὺς «δυτικοδιανοούμενους» τῶν Πανεπιστημίων «μας» καὶ γραφιάδες στοὺς Ἀθηναίους νταβαντζῆδες, ὁ κοσμοπολίτης μέν, ἐντελῶς Ρωμηὸς δέ, Ἐλύτης: ναί, ὅλους αὐτοὺς τοὺς «Ἕλληνες», τοὺς ξιπασμένους, μὲ τὰ ἀγγλικούλια τους καὶ τὰ μπίζνες-μπουρδιστάν τους, ποὺ βλέπουν ὡς ἐξέκιουτιβς, «τὸν τόπο τους μὲ συγκατάβαση… ἐπειδὴ τὰ οὐρητήρια δὲ διαθέτανε ἠλεκτρονικὸ μάτι…». Τώρα μάλιστα, ποὺ στὰ ἀποχωρητήριά μας γεμίσαμε μὲ ἠλεκτρονικὰ μάτια, δὲν ἰσχύει πιὰ οὔτε αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα, γιὰ τοὺς συμπλεγματικοὺς δυτικοδιανοουμένους μας καὶ λοιποὺς ἐξέκιουτιβς καὶ τοὺς ἔμεινε σκέτη ἡ ραγιάδικη ὀσφυοκαμψία, τύπου Ρεποῦσο βουλγκάτας καὶ Κατιτιδοπρέσβειρας…

«Μιλῶ γιὰ μιὰν ἀριστοκρατικὴ ἀντίληψη… ποὺ τὴν ἔχουν μὲ τὸ παραπάνω οἱ κυρ-Γιάννηδες κι οἱ κυρα-Μαρίες».

Αὐτὸ μᾶς διδάσκει ὁ μέγιστος Γνώμων τοῦ Γένους, Ὀδυσσέας Ἐλύτης. Καὶ εἶναι δυνατόν, αὐτὴν τὴν «ἀριστοκρατικὴ ἀντίληψη» τῆς ἐλευθερίας, αὐτὸ τὸ «μοναξιά μου Ἑλληνική μου», τοῦ Σαββόπουλου, ὅλα αὐτὰ γιὰ τὸ Αὐτεξούσιόν μας τὸ ἀριστοκρατικό, ποὺ τὸ νοιώθουν ὅλες οἱ κυρα-Μαρίες τοῦ ἰλιαδορωμέηκου Ἀρχιπελάγους, αὐτὸν τὸν καθ’ ἡμᾶς ἀριστοκράτη Τρόπον, νὰ μὴν τὸν νοιώθει ἡ κυρα-πρέσβειρά μας τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν Τεμενάδων. Διότι ἀπ’ αὐτὸ πάσχει ἡ κάθε Ρεπούση καί… κυρά-Πρέσβειρα κι ὁ κάθε ξεκατινιασμένος «δικός μας» εὐρωλιγούρης καὶ ἀμερικανογλείφτης: ἀπὸ τὸ ραγιάδικο σύμπλεγμα κατωτερότητας τοῦ «ἠλεκτρονικοῦ οὐρητηρίου». Δὲν αἰσθάνονται ὅλοι αὐτοὶ οἱ συνοικιακοὶ ἐγγλωτογάστορες ὅτι τὰ οὖρα τους εἶναι ἐφάμιλλα τῶν εὐρωπαϊκῶν τοιούτων. Γι’ αὐτό, καὶ δώστου οἱ τεμενάδες καὶ ξαναδώστου ἡ ὀσφυοκαμψία καί, οἱ «ὑποτροφίες», ὥστε ἔτσι, οἱ τρόφιμοι τοῦ Δυτικοῦ ἀφεδρῶνος νὰ θεωρήσουν ὅτι ἐπιτέλους, ἔχουν κι αὐτοὶ ἐνάμιλλον την… οὐρήθραν τους, μὲ αὐτὴν τῶν Δυτικῶν διουρήσεων…

Γιατὶ δὲν κατάλαβε αὐτὴ ἡ κυρά-πρέσβειρά μας στὰ Σκόπια, αὐτό, ποὺ τὸ νοιώθει ἡ κάθε κυρα-Μαρία τοῦ Ἐλύτη; Καὶ «μωρόδοξη μορφωμένη», εἶπε αὐτὲς τὶς «πραγματιστικές», σκουπιδορεαλιστικὲς ἀρλοῦμπες, γιὰ τὸ «πόσοι καὶ τόσοι στὸν Πλανήτη, ἔχουν πιὰ ἀναγνωρίσει τοὺς Σκοπιανούς, μὲ τὸ κλεψιμέϊκο ὄνομά τους»;… Θὰ πρέπει, τώρα, στὴν ἀναγκαστική της ἀργία, νὰ καταλάβει πιὰ ἡ πρέσβειρά μας, θεραπαινὶς τοῦ, κατὰ Ἐλύτη, «μονοδογματικοῦ εὐρωπαϊσμοῦ», ὅτι: στὴν συνύπαρξη μεταξὺ ἰσοβαρῶν ἢ καὶ ἀνισοβαρῶν συστημάτων ἰσχύος, δηλαδὴ στὶς διεθνεῖς σχέσεις, ἡ Ἰσχὺς δὲν εἶναι μέγεθος ἀριθμητικό, ἀλλὰ ποιοτικό. Ἑπομένως, δευτερεύουσα σημασία ἔχει τὸ «πόσοι» ἔχουν ἀναγνωρίσει τὴν προσωρινὴ σκοπιανὴ ληστοκουστωδία. Σημασία ἔχει, ἐξεχόντως καὶ κυρίως, «Πόση» εἶναι ἡ δική μας «βεβαίωσις τῆς γνώμης»3! Πόση, ἡ δική μας ἐπιβεβαίωση τῆς ἰσχυρογνωμοσύνης («γνώμης») μας, γιὰ τὴν ἀποφασιστικότητά μας ἔναντι τῆς σκοπιανῆς ὀνοματοκλοπῆς.

Κυρά-Πρέσβειρα διδάξου ἀπὸ τὴν «ἀριστοκρατικὴ ἀντίληψη- …ποὺ τὴν ἔχουν οἱ κυρα-Μαρίες τοῦ Ἀρχιπελάγους» μας: Στὴν διπλωματία καὶ τὶς διεθνεῖς σχέσεις, τὸ «πόσον» δὲν εἶναι ποσόν. Εἶναι ποιόν. Ἡ ποσότητα, στὸ διακρατικὸ σύστημα συνυπάρξεως δὲν εἶναι ἀριθμητικὸ μέγεθος. Εἶναι ποιότητα, μία συνεχῶς ἀόριστη πλὴν πραγματικῶς ὑπαρκτὴ δυναμικὴ ἔνταση ἀνάμεσα στὸ ποσὸν καὶ στὸ ποιόν. Ἀνάμεσα στὸν ἀριθμὸ καὶ τὴν θέληση. Ἀνάμεσα στὸν ἀριθμὸ καὶ τὴν ἐπιμονή. Ὁ ἀριθμὸς ἡττᾶται ἀπὸ τὴν ἐμμονή, τὴν ὑπομονή.

Κυρά-πρέσβειρα, μάθε ἐπιτέλους γράμματα, γράμματα ἀριστοκρατικά, θουκυδίδεια καὶ πᾶψε νὰ σέρνεσαι μπρούμυτα μὲ τὸ «σύμπλεγμα μειονεξίας ἀπέναντι τῶν ξένων»4: δὲν τὸ βλέπεις, ὅπως τὸ βλέπει ἡ κάθε ἀριστοκρατική μας κυρα-Μαρία τοῦ καθ’ ἡμᾶς Τρόπου, ὅτι οἱ Σκοπιανοὶ, ἄσχετα ἀπὸ τὴν «ἀναγνώρισή» τους, τὴν πρόσκαιρη, ἀπὸ ὅλον τὸν Πλανήτη, μόνον ἀπὸ ἕνα παίκτη ἐπιδιώκουν τὴν ἀναγνώρισή τους; Ἀπὸ μᾶς; Διότι, μόνον ἐμεῖς, μπορούμε νὰ τοὺς νομιμοποιήσουμε, ἂν τοὺς ἀναγνωρίσουμε. Ἀλλοιῶς θὰ εἶναι κλέφτες ἐς ἀεί… Μόνον ἐμεῖς εἴμαστε οἱ Κλειδοῦχοι τοῦ σκοπιανοῦ Νομίμου ἢ παρανόμου.

Κυρα-πρέσβειρα εὐρωλιγούρισσα καὶ Νατοκεμαλοβριθεστάτη, μάθε ἐπιτέλους τὰ καθ’ ἡμᾶς ἀριστοκρατικὰ κολλυβογράμματα… Στὴν Σύνοδο Φλωρεντίας-Φερράρας, ὅπου ἐμεῖς πανταχόθεν νικημένοι, πήγαμε νὰ «ἀναγνωρίσουμε» (καὶ τότε τὰ ἴδια!!!) τὴν Ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν τότε, μετὰ ἀπὸ μῆνες καὶ μῆνες οἱ δικοί μας, ἐξαγορασμένοι, φτωχοὶ καὶ νικημένοι, ὑπέκυψαν: Ἀνεγνώρισαν… Στὸν Πάπα, ἔτρεξαν ἀμέσως νὰ τοῦ φέρουν τὰ καλὰ μαντᾶτα: Οἱ Graeci νικήθηκαν! Ἀνεγνώρισαν τὴν Ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν, ὅπως τὴν ἤθελε ἡ Ρώμη! Κι ὁ Πάπας ρώτησε: Ὑπέγραψε κι ὁ Μᾶρκος Εὐγενικός; Ὄχι, τοῦ εἶπαν, ἀλλὰ εἶναι μόνος του… Κι ὁ Πάπας ξαναεἶπε: ἂν δὲν ἀνεγνώρισε κι ὁ Μᾶρκος Εὐγενικός, τότε, τίποτε δὲν κάναμε…

Κυρα-πρέσβειρα, μᾶθε γράμματα: στὶς διεθνεῖς σχέσεις, τὸ «Πόσον» δὲν εἶναι «ποσόν». Εἶναι Ποιόν! Εἶναι Μᾶρκος Εὐγενικὸς κι οἱ ἀριστοκράτισσες κυρα-Μαρίες τοῦ Ἐλύτη: «ὅπου εὐημερεῖ ὁ μέσος ὅρος, παύω νὰ ὑπάρχω»…


1. Ὀδυσσέας Ἐλύτης: «Τὸ Χρονικὸ μιᾶς δεκαετίας», Ἀνοιχτὰ χαρτιά, ἐκδ. Ἴκαρος, σελ. 447.
2. Ὀδυσσέας Ἐλύτης: «Ἀναφορὰ στὸν Ἀνδρέα Ἐμπειρῖκο», Ἐν λευκῷ, ἐκδ. Ἴκαρος σελ. 146.
3. Θουκυδίδης Α141.
4. Γ. Σεφέρης: «Ἑλληνικὴ καὶ Εὐρωπαϊκὴ παιδεία», Δοκιμὲς Γ΄, ἐκδ. Ἴκαρος.


Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

΄Ενα ποίημα του Κυριάκου χαραλαμπίδη

σχέδιο Νεοκλή Κυριάκου
Ύστερη Εποχή του Χαλκού
(από τη συλλογή Δοκίμιν)


Θ’ ακούσατε θαρρώ και για το ρήγα
Της Αλασίας που κυπροσυλλάβισε
Στον «αδερφό» του Φαραώ: «Καϊρέττιν!
Αντέχω τζι εν αντέχω τρεις μηνάες.
Σαρατζηνοί εσκουλλίσαν την αγίαν
Νήσον της Τζύπρου τάνα τζι εσού νάκκον».
Για να τον φχαριστήσει στέλλει δώρο
Λίγο χαλκό συμβολικά, «επειδή», λαλεί του,
«τζιείν’ του θεού Νεργκάλ της Ασσυρίας
Εσσέπασεν το σιέριν του την χώραν
Τζιαι πλάσμαν εν αφήκεν στα λαούμια».
Ο Φαραώ Αμένοφις ο Δ΄
Κυλούν τρεις μέρες και κυλούν τρεις μήνες
Προθύμως δε στον «αδελφό» του στέλλει
Δυο τενεκέδες λάδι κι ένα βόδι,
Στέλλει και μπύρα Αιγύπτου, πρώτης ποιότητος.
«Δικά σου και τα πώματα», του γράφει.
Δεκέμβρης 1995.

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

Eνα ποίημα του Μιχάλη Πασιαρδή μελοποιημένο απ'τον Θράσο Κωνσταντίνου

Ο Θράσος Κωνσταντίνου, είναι Κύπριος μουσικός που ασχολήθηκε με το τραγούδι και την σύνθεση απ'το 70, στην Αθήνα σε διάφορες μπουάτ της Πλάκας όπου τότε ήταν σε μεγάλη ακμή το νέο κύμα, Ζωγράφος, Χουλιαράς, Γεωργίου και άλλοι, συνεργάστηκε με αρκετούς απ'αυτούς και μετά επέστρεψε στην Κύπρο. video


Συνέχισε την πορεία του στην Κύπρο, με τα δεδομένα τα ήδη γνωστά, παίζει κιθάρα, συνθέτει, απ'όπου και το παρακάτω κομμάτι, στο οποίο έδωσε τη μουσική σε στίχους του μεγάλου Κύπριου επίσης ποιητή, Μιχάλη Πασιαρδή. Είναι παρμένο απ'το άλμπουμ που δημοσίευσε το 2007, με τίτλο, "Αμβροσία και Νέκταρ ", ένα δίσκο με 12 συνολικά κομμάτια, το εξώφυλλο του οποιου επιμελήθηκε με μεγάλη αισθαντικότητα η Μαριάνθη Βερβερέλη.


Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

Συνέντευξη του Μιχάλη Γκανά

    
 
 

Μιχάλης Γκανάς 

   Μεγάλωσα κυρίως με γυναικόπαιδα. Οι άντρες πολεμούσαν στον Εμφύλιο ή είχαν φύγει για τις κωμοπόλεις. Κάποια στιγμή, ο Εθνικός Στρατός εκπόρθησε τη Μουργκάνα και, φεύγοντας, οι αντάρτες τούς πήραν όλους μαζί τους, Αριστερούς και Δεξιούς. Χαρακτηριστικά, του παππού μου, που ήταν με τον Ζέρβα, όπως και όλη η οικογένειά μου, του είπαν «πάμε να φύγουμε, συναγωνιστή». Δεν υπήρχαν εκείνη την ώρα περιθώρια να εξηγήσεις τι και πώς. Φύγαμε για την Ουγγαρία τον Σεπτέμβριο του ’48 και γυρίσαμε τον Φεβρουάριο του ’54, αφήνοντας εκεί δύο νεκρούς: τη γιαγιά μου και τη θεία μου.

> Δεν ήμασταν πολιτικοί πρόσφυγες και γι’ αυτόν το λόγο χαρακτηριστήκαμε απαχθέντες απ’ τους αντάρτες. Η φυγή μας στην Ουγγαρία ήταν μια πάρα πολύ δυνατή περιπέτεια. Έχω γράψει κι ένα πεζογράφημα, τη Μητριά Πατρίδα, γι’ αυτό. Όταν φτάσαμε στην Ουγγαρία, μας μοιράσανε σε αστικό και αγροτικό πληθυσμό και χτίσανε το χωριό Μπελογιάννη, ειδικά για μας, τους αγρότες. Ένα απ’ τα πρώτα μέρη στα οποία μας πήγαν ήταν η λίμνη του Μπάλατον, εκεί όπου βρίσκονταν τα πολυτελή θέρετρα των Μαγυάρων, και βιώσαμε το πρώτο πολιτισμικό σοκ.

> Στην Ουγγαρία ζούσα μέσα στην οικογένεια, οπότε ήταν δύσκολο να περάσουν τα πολιτικά μηνύματα είτε απ’ το σχολείο είτε απ’ το κομμουνιστικό κράτος. Όταν γυρίσαμε στην Ελλάδα είχα την τύχη να μην πάω στις «Παιδοπόλεις». Εκεί, πολλά παιδιά πήγαν απ’ το άσπρο στο μαύρο και τρελάθηκαν. Μεγάλο πρόβλημα αντιμετώπισα στην Αθήνα, όταν ήρθα για σπουδές, το 1962. Έβραζε τότε ο τόπος από την αδικία που συνέβαινε στην Αριστερά. Εξορίες, πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων και άλλα με οδήγησαν προς τα εκεί. Ήταν ένα ρεύμα. Βέβαια, ένιωθα πολύ άσχημα απέναντι στον πατέρα μου, που του είχαν πάρει όλη την οικογένεια. Στη συνέχεια, μπορώ να πω πως, χωρίς να οργανωθώ στην Αριστερά, ανήκα σε αυτόν το χώρο.

> Στο χωριό είναι ζήτημα να υπήρχαν τρία βιβλία. Ένα απ’ αυτά, μάλιστα, ήταν η Σεξολογία του Τσακίρη, που όταν το διαβάζαμε με τον αδερφό μου αρρωσταίναμε. Με τα βιβλία άρχισα να έχω επαφή χάρη στον δάσκαλο του χωριού, και περισσότερο όταν κατέβηκα στους Φιλιάτες, στο Γυμνάσιο. Επειδή ήμουν κλειστό παιδί, βρήκα εκεί πέρα το αποκούμπι μου. Άρχισα να διαβάζω τα σχολικά αναγνώσματα, άλλα βιβλία δεν υπήρχαν. Ήρθαν προς το τέλος του Γυμνασίου από φοιτητές που είχαν κατέβει στην Αθήνα. Το πρώτο εξωσχολικό βιβλίο που διάβασα ήταν τα ποιήματα του Καββαδία στη σειρά του Γαλαξία. Τότε ξεκίνησε και το γράψιμο. Πώς και γιατί, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Η επαφή με το δημοτικό τραγούδι ήταν καθοριστική. Στο χωριό μου και στη γύρω περιοχή δεν υπήρχαν μουσικά όργανα. Στους γάμους όλοι τραγούδαγαν α καπέλα. Λέγαμε, μάλιστα, για τους πολύ καλούς τραγουδιστές ότι «αυτός μπορεί να κάνει έναν γάμο μόνος του». Από κει κι έπειτα έρχεται μόνο του: τα πανηγύρια, τα κορίτσια. Αρχίζεις να συγκεντρώνεις κάποιο υλικό.

> Ντρέπομαι ακόμα όταν γράφω ένα ποίημα. Νιώθω ότι δεν είμαι μέσα στη φάρα μου. Νιώθω ότι μ’ αυτό θα νιώθει αμήχανος ο πατέρας μου. Σαν να ξεστράτισα. Σαν να προοριζόμουν γι’ αλλού κι αλλού να πήγα. Βέβαια, κανείς δεν αποδέχεται το γράψιμο. Ούτε οι αστοί ούτε οι μεγαλοαστοί. Θυμηθείτε πώς αντιμετώπιζαν τον Εμπειρίκο. Τους φοβούνται τους ανθρώπους που παρεκκλίνουν απ’ τις νόρμες.

> Το ότι δεν μπόρεσα να μιλήσω για την Αθήνα έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι εμπειρίες μου απ’ την Ήπειρο και την Ουγγαρία έκατσαν πολύ βαθιά μέσα μου. Μου έλεγε ο Γιάννης Βαρβέρης: «Ωραία είναι τα ποιήματά σου, αλλά θέλω να δω πώς βλέπεις τα μπαρ, πώς βλέπεις την οδό Πανεπιστημίου, πώς βλέπεις πράγματα της πόλης». Δεν ξέρω τι ακριβώς με βασανίζει. Αυτό που διατύπωσαν άλλοι είναι το ανέφικτο της επιστροφής. Δεν είναι μόνο η Ήπειρος, αλλά αυτό που έχει ο καθένας μέσα του: το αδύνατο της επιστροφής, ένα πράγμα που είναι εξ ορισμού χαμένο. Ένα βαρύ πράγμα, σαν ηπειρώτικο μοιρολόι. Η επιστροφή είναι αδύνατη. Γι’ αυτό υπάρχει αυτή η ένταση. Τελευταία, συμβαίνει το αντίθετο: έχω πιάσει τον εαυτό μου να του λείπει η Αθήνα. Εξημερώθηκα μαζί της μέσω των παιδιών μου, που η Αθήνα είναι η πόλη τους. Πηγαίναμε εκδρομές στην εξοχή και μου έλεγαν πως βρωμάει δεντρίλα.

> Το πρώτο μου βιβλίο βγήκε το 1978 απ’ τις εκδόσεις Κείμενα. Ο ποιητής τότε είχε κι εκτίμηση και μέλλον. Βέβαια, πρέπει να σου πω πως, όσο ήμουν στο Γυμνάσιο, δεν ήξερα κανέναν εν ζωή ποιητή, εκτός απ’ τον Καββαδία. Και μιλάμε για το 1962, που έναν χρόνο μετά ο Σεφέρης πήρε Νόμπελ. Αν δει κανείς ψύχραιμα, όμως, τις επιδόσεις των ποιητών και των πεζογράφων, θα καταλάβει πως δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά. Κάθε γενιά βγάζει τρεις-τέσσερις σημαντικούς ποιητές. Είναι ένα είδος, όμως, που το φοβάται ο κόσμος. Επειδή έχει αυξηθεί, σήμερα, ο όγκος των αναγνωστών, φαίνεται ότι η ποίηση διαβάζεται λιγότερο, ενώ στην πραγματικότητα διαβάζεται περισσότερο.

> Λένε ότι η ποίηση είναι το πιο δύσκολο είδος λογοτεχνίας. Για μένα είναι το πιο εύκολο. Δεν θέλω να πω ότι γράφω καλά, αλλά πηγαίνει πιο εύκολα το χέρι μου. Το πεζό μου, η Μητριά Πατρίδα, είναι εξήντα σελίδες για ένα θέμα για το οποίο ένας κανονικός πεζογράφος θα μπορούσε να γράψει μια τριλογία. Ο Ρένος Αποστολίδης, όταν το είδε, μου είπε «Τι να σου πω; Καλό είναι. Αλλά έχεις τέτοιο υλικό και μου γράφεις εξήντα σελίδες;». Τι να κάνω; Δεν είμαι πεζογράφος.

> Δεν είναι διαφορετικό το κουστούμι του στιχουργού, απλώς υπάρχουν κάποιες μικρές διαφορές. Τα τραγούδια που έχω γράψει τ’ αγαπώ πολύ. Όσα πέτυχαν και όσα δεν πέτυχαν. Δούλεψα πολύ με παραγγελιές πάνω σε έτοιμες μελωδίες. Μπορεί να είναι κάποιου είδους ευνουχισμός, αλλά και το «Όλα σε θυμίζουν» γράφτηκε πάνω σε μελωδία. Θα είχα χάσει κάποια απ’ τα καλύτερα τραγούδια μου αν δεν είχα μπει σ’ αυτό το λούκι. Απλώς, γράφοντας στίχους, είχα πάντα στο μυαλό μου ότι ο ακροατής δεν έχει τη δυνατότητα να επανέλθει, όπως ο αναγνώστης. Η γραφή δεν πρέπει να είναι απλοϊκή, αλλά ευθύβολη. Είναι αρχή για μένα, κάτι σαν στρατευμένη τέχνη.

> Στα ποιήματά μου δεν είναι ότι χρησιμοποιώ τους ίδιους ήρωες, αλλά έχω φτιάξει έναν κόσμο. Όπως στα πολυφωνικά ηπειρώτικα τραγούδια, όπου υπάρχουν ρόλοι: υπάρχει ο κεντρικός τραγουδιστής και οι άλλοι βοηθάνε. Οι απλές στιγμές είναι αυτές που παίζουν ιδιαίτερο ρόλο στο έργο μου. Στους γραφιάδες λειτουργεί αυτόματα η παρατήρηση. Πολλές φορές αυτό οδηγεί σε παρεξηγήσεις, όταν βάζεις τα σουσούμια ενός ανθρώπου στο χαρτί. Αισθάνεται προδομένος. Είναι περίεργη η θέση αυτού που γράφει. Απ’ τη μια υπάρχει μια θολή αναγνώριση κι απ’ την άλλη μια επιφύλαξη που λέει «δεν ξέρεις μ’ αυτόν τι μπορεί να γίνει».


www.lifo.gr 14.9.2011