Δημοφιλείς αναρτήσεις

Προς Αναγνώστη Καλωσόρισμα και μια εξήγηση

Αγαπητέ αναγνώστη, καλώς όρισες στα μέρη μας, μπορείς να ξεκουραστείς λίγο εδώ, δεν έχουμε θέματα που λειτουργούν σαν ενοχλητικές μυίγες, εδώ θα βρεις κάποια κείμενα ποίησης ή πεζά, κείμενα φιλοσοφίας, αρχαίου ελληνικού λόγου, κείμενα γραμμένα στις πιο γνωστές ευρωπαϊκές γλώσσες, (μια καλή μετάφραση εκ μέρους σου θα ήταν ευπρόσδεκτη) που μου έκαναν εντύπωση, αν κι εσύ βρεις κάτι, πολύ ευχαρίστως θα το δημοσιεύσω αν είναι κοντά σ'αυτά που αποτελούν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα αυτού του μπλόγκ. Επίσης η Τέχνη αποτελεί κεντρική θέση όσον αφορά στις δημοσιεύσεις αυτού του ιστότοπου, αφού η πρωταρχική μου ενασχόληση από εκεί ξεκινά κι' εκεί καταλήγει. Φανατικά πράγματα μην φέρεις εδώ, δεν είναι αυτός ο τόπος, φτηνές δημαγωγίες επίσης εξαιρούνται, σκέψεις δικές σου, γνήσιες, προβληματισμούς δικούς σου, πολύ ευχαρίστως, ανακύκλωση εκείνου του χαώδους, όπου σεύρω κι όπου μεύρεις, δεν το θέλω. Οι καλές εξηγήσεις κάνουν τους καλούς φίλους. Εύχομαι καλή ανάγνωση.

σημ: κάθε κείμενο μπορεί να αναδημοσιευτεί ελεύθερα φτάνει να αναφέρεται οπωσδήποτε
η πηγή του, δηλ, η ονομασία του μπλόγκ μου.
Σας ευχαριστώ για την κατανόηση!







Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011


Μαργαρίτα Θεοδωράκη

Ο πατέρας μου ο Μίκης

Όταν μου ζήτησαν να μιλήσω για τον πατέρα μου σκέφτηκα "Αυτό θα είναι πολύ εύκολο και θα γράψω γρήγορα". Και όμως, βρέθηκα δύο μέρες πριν το συνέδριο και όλο απέφευγα το χαρτί, γιατί δεν ήξερα από πού να ξεκινήσω.
Και όμως δεν χρειάστηκε παρά να βάλω να ακούσω το Concerto Νο 2 για πιάνο του Rachmaninov για να βρεθώ πάλι 33 χρόνια πίσω στην ερημιά των Ταρτάρων, όπου αγωνιούσα να ανακαλύψω, μικρό κορίτσι, την ψυχή των ανθρώπων μέσα στην απέραντη μοναξιά του μυαλού μου. Όταν πάλευα κι εγώ να υπάρξω, να γίνω και εγώ κάτι ξεχωριστό, όπως έπρεπε να γίνω δίπλα σε ένα τόσο ξεχωριστό πατέρα.
Έτσι καθόμουνα πάνω στις πολεμίστρες του οχυρού κι αγνάντευα την απέραντη κίτρινη έρημο με τα διάσπαρτα ανυψώματα και τη σκληρή την πέτρα και όλο παρακολουθούσα την απεραντοσύνη της ερημιάς, του τίποτα, και όλο περίμενα να έρθουν από μακριά μυριάδες τα άλογα που θα έφερναν τους κατακτητές και θα πλημμύριζαν την ψυχή και την καρδιά μου. Και να που άκουγα τα ποδοβολητά, όλο πλησίαζαν οι καλπασμοί των αλόγων και ήταν αυτό το πρώτο μέρος του Concerto για πιάνο που μ' έφερνε πιο κοντά, πιο κοντά στην αναμπουμπούλα.
Όμως δεν ήρθε ποτέ κανείς και πάντα αγνάντευα την έρημο και αυτός ο φόβος απέναντι στους Ταρτάρους, όλο μεγάλωνε την αγωνία μου και όλο ερέθιζε τη φαντασία μου, ώσπου να εύχομαι κάποτε αυτή η απέραντη ερημιά να πλημμυρίσει από άγριους καβαλάρηδες και το μυαλό μου να κυριαρχηθεί από την βοή και την αρπαγή των χιλιάδων εισβολέων.
Όμως εγώ, μικρό κορίτσι, έφηβη, παρέμενα πάντα μόνη, μπροστά στην απέραντη μοναξιά της κιτρινοκόκκινης ερήμου.
Και θυμάμαι πως όλη εκείνη την περίοδο που μεγάλωνα δίπλα στους γονείς μου και στον αδελφό μου, στο Παρίσι, η μόνη σχέση με τον γύρω κόσμο ήταν με τον κόσμο του πατέρα μου. Κόσμος πυκνός, έντονος, μια στρατιά από καλλιτέχνες εξόριστους και πολιτικούς εξόριστους και φοιτητές εξόριστους. Πολλοί, πολλοί άνθρωποι..
Αλλά όταν γύρναγα σε μένα, γύρναγα σ΄αυτή την απέραντη έρημο των Ταρτάρων και εκεί αφουγκραζόμουνα το 2ο Concerto του Rachmaninov. Ήταν το δεύτερο μέρος, το Adagio, που με άφηνε παντελώς μόνη πάνω στις πολεμίστρες και εγώ να κλαίω από αγαλλίαση ελπίζοντας ότι οι μυριάδες καβαλάρηδες θα έρθουν να με κατακτήσουν, αλλά και από πόνο γιατί η έρημος ήταν πάντα έρημη κίτρινη και κόκκινη, να καίει κάτω από τον ήλιο. Ίσως όμως να ήταν πάντα αυτό που ήθελα : να ακούω τη μουσική και να κλαίω μέσα στην ερημιά μου.
Με όλες αυτές τις καθημερινές αγωνίες μεγάλωνα κοντά στον αδελφό μου και στους γονείς μου, έτσι, τόσο μόνη χωρίς φίλους της ηλικίας μου, αλλά πάντα στο πλευρό του πατέρα μου· να ακούω τα λόγια του, τα λόγια των συντρόφων του, να ρουφάω κάθε λέξη, κάθε σκέψη, πάντα αμίλητη. ( Όχι δεν μίλαγα ποτέ, μα ποτέ, όταν μιλούσε ο πατέρας μου. Πάντα άκουγα και πάντα χαιρόμουνα να τον ακούω.) Και μετά γύρναγα στο δικό μου κόσμο, στο δωμάτιό μου πλημμυρισμένο από τους ατέλειωτους ήχους της μουσικής (ο πατέρας μου από τα έντεκά μου χρόνια, μόλις φτάσαμε στο Παρίσι, μου είχε διαλέξει τη μουσική που θα μου άνοιγε τις πύλες του Παραδείσου, της ευδαιμονίας, της γνώσης, της αγωνίας, του πάθους, της έξαρσης, του ερωτισμού, του απέραντου λυγμού και ο κόσμος μου ήταν μία πηγή αρμονίας και μελωδίας. Δεν έμπαινε κανείς στο δωμάτιό μου με την εκκωφαντική μουσική. Αλλά, ήξερα πως ο πατέρας μου περνούσε έξω από την πόρτα του δωματίου μου για να ακούσει λίγο, να αφουγκραστεί, να παρακολουθήσει την κόρη του που μεγάλωνε. Ο πατέρας μου ήταν πάντα εκεί γύρω να παρακολουθεί την κόρη του να μεταμορφώνεται με τη μουσική και τα βιβλία.
Και όταν o συνθέτης στο 3ο μέρος, από το Scherzando και το Presto περνούσε στο Moderato, με έπιαναν οι λυγμοί. Γιατί εγώ παρέμενα πάντα μόνη, ψηλά στις πολεμίστρες και αυτή η έρημος, η έρημος των Ταρτάρων ήταν πάντα έρημη και μόνη, και μαζί της μόνη ήταν κι η ψυχή μου.
Και κάποια πάλι μέρα -θα ήμουνα 11 χρονών- μας είπε, εμένα και του αδελφού μου, πως όταν ήταν μικρός φοιτητής στο Παρίσι, στη δεκαετία του '50, πριν γεννηθώ εγώ, του άρεσε να πηγαίνει κάθε μέρα σινεμά. Και να λοιπόν και εμείς τα παιδιά -ήταν Φλεβάρης του 1971- μόλις είχα γίνει 12 χρονών, ανεβήκαμε την RUE DE LA GAITE και απέναντι από το Θέατρο του Bobino λίγο πιο πάνω, αριστερά, μπήκαμε στο σινεμά να δούμε Ταρζάν (με τον Weistmuller). Και κάθε μέρα πηγαίναμε με τα πόδια στο σινεμά (εξ' άλλου ήταν κοντά στο σπίτι μας) να δούμε Ταρζάν και είδαμε όλες τις ταινίες του Ταρζάν και από τότε εγώ μπαινόβγαινα σε όλα τα σινεμά της γης. Όλη μου τη ζωή στο σινεμά, σχεδόν καθημερινά, έως ότου έγιναν οι γιοι μου άντρες πια και δεν ήθελαν ν' ακολουθούν την μάνα τους.
Αλλά γιατί τα γράφω όλα αυτά όταν μου ζητάνε να μιλήσω για τον πατέρα μου; Μα για τον πατέρα μου σας διηγούμαι, γιατί εγώ μικρό κορίτσι μάθαινα από αυτόν τον αεικίνητο άνδρα, τον μαχητή, να σκέφτομαι, να επιλέγω, να αποφασίζω αλλά και να περικλείω σιγά-σιγά τον εαυτό μου μέσα στη μοναξιά.
Γιατί όσο παθιασμένος και επαναστάτης ήταν έξω στο φως, μπροστά στο πλήθος, τόσο μοναχικός και σιωπηλός ήταν όταν βρισκόταν σπίτι μας, στο γραφείο του να εργάζεται, με τις παρτιτούρες του, τα γραπτά του, τα βιβλία του και αυτή η μοναξιά ποτίστηκε βαθιά μέσα στην ψυχή του αδελφού μου και μέσα στη δική μου. Γι αυτό όταν στρέφομαι προς την έρημο, πάντα ερημιά αντικρίζω. Δεν ήρθε ποτέ κανένας καβαλάρης να κατακτήσει τη ψυχή μου.
Γιατί έτσι ήταν και θα είναι πάντα ο πατέρας μου. Πάνω στις πολεμίστρες να αγναντεύει την ερημιά των Ταρτάρων. Και αυτός ψηλά, ψηλός και αγέρωχος, έχει συνηθίσει πια μπροστά στο άγονο απέραντο πέτρωμα να μελαγχολεί, αλλά και να ακούει μαζί με τα παιδιά του αυτή την εξαίσια μουσική του Rachmaninov, όταν το πιάνο τραγουδάει με το κλαρινέτο και αγκαλιάζονται με τα βιολιά και τα κοντραμπάσα και μας πάνε τόσο μα τόσο μακριά από όλους τους ανθρώπους, εκεί που οι ψυχές μας δεν αγγίζουν ποτέ και για πάντα καμία καρδιά, δεν πλησιάζουν καμία ύπαρξη και μόνοι μας ξέρουμε πόσο οδυνηρό είναι να γνωρίζεις πως άδικα κοιτάς, άδικα περιμένεις, κανείς δεν θα σε κατακτήσει και μόνος σου θα συνδιαλέγεσαι με τη σκέψη σου έως ότου σβήσεις για πάντα, ενώ όλοι οι άλλοι πέρα από το οχυρό, πέρα από το κάστρο, θα νομίζουν ότι δεν ανέβηκες ποτέ μόνος εκεί, αλλά πως βρίσκεσαι πάντα ανάμεσά τους.
Μπαμπά, ξέρω πόσο μόνος είσαι και πόσο διαφορετικός από όλους μας, γιατί μόνο εσύ απ' όσους γνώρισα και θα γνωρίσω, έχεις αυτή τη θεϊκή δύναμη να τα γνωρίζεις όλα, να τα δημιουργείς όλα και να τα αποκαλύπτεις όλα στους ανθρώπους.
Σ' ευχαριστώ μπαμπά.
Ακόμα θα σου αποκαλύψω ένα μου μυστικό, τώρα που έγινες ογδόντα χρονών.
Ήταν τότε που εσύ και η μαμά με πηγαίνατε βόλτα με το καροτσάκι στο πάρκο του Luxembοurg. Και σας κοίταζα από κάτω και από πάνω σας πέρναγαν τα θεόρατα χρυσοκόκκινα φύλλα των αγριοκαστανιών και εγώ σας παρακολουθούσα όλο λαχτάρα. Ήσασταν ο κόσμος μου, και ξέρεις μπαμπά, αυτή την εικόνα κουβαλάω όλη μου τη ζωή: την εικόνα του πάρκου του Luxembοurg και μάλιστα σε ένα συγκεκριμένο σημείο, δεξιά από το κτίριο του SENAT (της Γερουσίας). Εκεί, πάντα εκεί γυρνάω. Εκεί τριγυρίζω όταν βρίσκομαι σε ευδαιμονία, σε χαρά, σε λύτρωση!
Ίσως να ήταν λοιπόν εκεί που άφησα τα πιο λατρευτά μου πρόσωπα: τον νέο μου πατέρα και τη νέα μου μητέρα, να με κοιτάνε μέσα στην κούνια μου και να μου χαμογελούν· και να μου γελούν. Και εγώ πάντα να έχω το μυαλό μου εκεί, εκεί που λέω ότι είναι ο χαμένος μου Παράδεισος.
Μπαμπά σ' ευχαριστώ που με αγάπησες και μ' αγαπάς τόσο πολύ.
Σ' ευχαριστώ που αγάπησες και αγαπάς τον αδελφό μου.

Μαργαρίτα-Ασπασία Θεοδωράκη
Γεννήθηκε στο Παρίσι. Κόρη του Μίκη και της Μυρτώς Θεοδωράκη, ακολούθησε την οικογένεια της σε όλες τις μετακινήσεις της στην Ελλάδα και το εξωτερικό κι έζησε από κοντά όλα τα γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή και το έργο του Μίκη Θεοδωράκη. Είναι υπεύθυνη της Λαϊκής Ορχήστρας «Μίκης Θεοδωράκης» και των εκδόσεων «Ρωμανός». Στόχος των δραστηριοτήτων της είναι η ανάδειξη και η διάδοση του έργου του πατέρα της. Έχει τέσσερις γιους.
 

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

Ο πρώην πρόεδρος του ΚΕΒΕ ανοίγει τα χαρτιά του σχετικά με την επαπειλούμενη κρίση στην κυπριακή οικονομία

 
Φοβόμαστε το πολιτικό κόστος
ΜΑΝΘΟΣ ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ:Να μάθουμε να ζούμε στα πλαίσια των δυνατοτήτων μας
Ηδυνατότητα να συνεχίζουμε να δανειζόμαστε και να φορτώνουμε στις επόμενες γενιές τη σημερινή ματαιοδοξία μας δεν μπορεί πλέον να συνεχιστεί, επισημαίνει ο πρώην πρόεδρος του ΚΕΒΕ Μάνθος Μαυρομμάτης. Τονίζει πως οι ρυθμοί αντίδρασής μας στις προκλήσεις ήταν πάντοτε αργοί και, αν θέλουμε να προλάβουμε αρνητικές εξελίξεις, πρέπει να τολμήσουμε οι κινήσεις μας να αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις του αύριο και όχι τις ανάγκες του χθες. Το μεγάλο έλλειμμα των δημοσίων οικονομικών πρέπει πρώτιστα να καλυφθεί από τον περιορισμό των δαπανών και κατά δευτερεύοντα λόγο από την αύξηση των φορολογιών. Ο ιδιωτικός τομέας έχει υποστεί τις επιπτώσεις της κρίσης από το 2008 και πρέπει ο δημόσιος τομέας να ανταποκριθεί ανάλογα και όχι να σφυρίζει αδιάφορα ωσάν αυτή η οικονομική κρίση να μην τον αφορά. Εξακολουθεί η κυπριακή οικονομία να μοιάζει με τον Τιτανικό που βυθίζεται αργά αλλά σταθερά και οι κυβερνώντες όπως η ορχήστρα που συνεχίζει να παίζει σαν να μη συμβαίνει τίποτα;Ο νέος υπουργός Οικονομικών φαίνεται ότι αντιλαμβάνεται το μέγεθος του προβλήματος και κάνει μια μεγάλη προσπάθεια για να αποτρέψει τα χειρότερα, αλλά δεν είμαι σίγουρος αν μπορεί να πείσει τη δική του Κυβέρνηση και το κόμμα του όπως και όλες τις πολιτικές δυνάμεις και κοινωνικούς εταίρους για την κρισιμότητα των στιγμών. Ωστε να ληφθούν ριζοσπαστικά και διαθρωτικά μέτρα που θα πείσουν ότι η κυπριακή οικονομία τελικά δεν πρόκειται να βυθιστεί όπως τον Τιτανικό.
Με σημείωμα του που κατέθεσε στο Υπουργικό είπε ξεκάθαρα πως αν δεν ληφθούν τα μέτρα μπαίνουμε στο Μηχανισμό Στήριξης.Ναι, αλλά τις σωστές διαπιστώσεις και προθέσεις του εμείς θέλουμε να τις δούμε να υλοποιούνται σε προτάσεις πολιτικής, οι οποίες να υιοθετηθούν πρώτιστα από την Κυβέρνηση και μετά από την υπόλοιπη κυπριακή κοινωνία. Ο καλύτερος τρόπος για να έχει ελπίδα ένα τέτοιο συνολικό πακέτο μέτρων να περάσει πρέπει να είναι σφαιρικό, να μην είναι επιλεκτικό και να δίνει την εντύπωση ότι βλέπουμε το θέμα μακροπρόθεσμα. Να περιλαμβάνει εκτός από τα πρόσκαιρα μέτρα δημοσιονομικής μορφής και διαρθρωτικές αλλαγές ούτως ώστε με τη λήξη αυτών των μέτρων να ξέρουμε ότι η κυπριακή οικονομία θα βρίσκεται σε μια πιο ορθολογιστική πορεία βιωσιμότητας των δημοσίων οικονομικών, που είναι το μεγάλο ζητούμενο σήμερα. Βέβαια στα μέτρα που πρότεινε ο υπουργός εισέπραξε την άρνηση των συντεχνιών και του κόμματός του.Από τη στιγμή που θα μπορέσουμε όλοι, πρώτιστα η Κυβέρνηση, μετά οι πολιτικές δυνάμεις και οι κοινωνικοί εταίροι να τα δούμε στην ολότητά τους, τότε θέλω να πιστεύω ότι θα μπορέσουμε να πάρουμε τέτοια μέτρα που να αποφύγουμε την οποιανδήποτε προσφυγή σε μηχανισμούς στήριξης.
Τι θα κάνει τις συντεχνίες και το ΑΚΕΛ να αλλάξουν στάση;Δεν είναι εύκολο εγχείρημα, αλλά πρέπει να δουν το τι γίνεται σε άλλες χώρες που έχουν αναγκαστεί να ζητήσουν τη βοήθεια της ΕΕ. Αν επικρατήσει το αίσθημα αυτοσυντήρησης στο συντεχνιακό κίνημα, τότε το μέλλον για τους ίδιους θα είναι πολύ καλύτερο, παρά η περιχαράκωση στις σημερινές θέσεις στη βάση κεκτημένων άλλων εποχών, που σε περίπτωση προσφυγής στην ΕΕ θα εξανεμιστούν.
Μέχρι τώρα δεν είδαμε να προτάσσεται το αίσθημα αυτοσυντήρησης.Όσο περνά ο καιρός αυτό γίνεται όλο και πιο φανερό. Μπορεί τα πράγματα που συζητούνται σήμερα να ήταν αδιανόητα πριν λίγους μήνες, άρα η αίσθηση ότι τα δεδομένα έχουν αλλάξει δραματικά θα πρέπει να κάνουν όλους να συνειδητοποιήσουν την πρόκληση, διαφορετικά ο Τιτανικός που βυθίζεται αργά και σταθερά θα συνεχίσει την πορεία του προς το πάτο της θάλασσας και τίποτα δεν θα μπορεί να τον περισώσει.
Αυτό επεσήμανε και η πρόσφατη επιστολή Όλι Ρεν. Η αντίδρασή μας είναι σαν να έχουμε εθνικό στόχο την ένταξη στο Μηχανισμό Στήριξης;Αν αυτό ισχύει, τότε είμαστε καταδικασμένοι. Θέλω όμως να πιστεύω ότι θα λειτουργήσει ως προειδοποιητικό καμπανάκι για να μας αφυπνίσει από το λήθαργό μας. Τι θα σημαίνει για την Κύπρο το ενδεχόμενο ένταξης στο Μηχανισμό Στήριξης;Με απλά λόγια, την καταστροφή όλων των προσπαθειών μας τα τελευταία 30 χρόνια να γίνουμε ένα αξιόπιστο διεθνές επιχειρηματικό κέντρο προσφοράς υπηρεσιών. Και η ζημιά δεν θα είναι στιγμιαία, θα έχει μακροχρόνιο κόστος και θα χρειαστούν τιτάνιες προσπάθειες δεκαετιών για να ανακάμψουμε. Η εμπιστοσύνη χάνεται εύκολα, αλλά κερδίζεται πολύ δύσκολα.
Συντεχνίες και ΑΚΕΛ δηλώνουν ότι δεν είναι τα δημόσια δημοσιονομικά που μας έφεραν μέχρι εδώ και ότι πρέπει να ληφθούν αποφασιστικά μέτρα που να απευθύνονται στον πλούτο και τα κέρδη.Το μεγάλο έλλειμμα των δημοσίων οικονομικών πρέπει πρώτιστα να καλυφθεί από τον περιορισμό των δαπανών και κατά δευτερεύοντα λόγο από την αύξηση των φορολογιών. Έτσι γίνεται σε όλες τις χώρες του κόσμου και αυτή είναι η συνταγή για να πείσουμε τις διεθνείς αγορές ότι τα δημόσια οικονομικά μας είναι βιώσιμα. Βεβαίως ο περιορισμός των δαπανών δεν είναι μόνο το κρατικό μισθολόγιο και οι κρατικές συντάξεις, είναι και οι στοχευμένες κοινωνικές παροχές.
Και για τις εξαγγελίες αυτές υπάρχουν αντιδράσεις.
Ναι, διότι ως κοινωνία μάθαμε να παίρνουμε ως δεδομένο κάποια επιδόματα που έδιναν διαχρονικά οι κυβερνήσεις στους ψηφοφόρους για να έχουν την εύνοιά τους, και για χρόνια κρύβαμε αυτά τα προβλήματα κάτω από το χαλί, διότι η καλή πορεία της κυπριακής οικονομίας μάς έδινε την πολυτέλεια να τα αγνοούμε. Η δυνατότητα να συνεχίζουμε να δανειζόμαστε και να φορτώνουμε στις επόμενες γενιές τη σημερινή ματαιοδοξία μας δεν μπορεί πλέον να συνεχιστεί. Πρέπει να μάθουμε να ζούμε στα πλαίσια των δυνατοτήτων μας.
Υπάρχει η άποψη ότι με τη φορολόγηση των υπαλλήλων θα στεγνώσει η αγορά.Το επιχείρημα ότι οι γενναιόδωρες αυξήσεις προς το δημόσιο τομέα είναι θεμιτές διότι συντηρούν την κατανάλωση, είναι μπορώ να πω και ανήθικο, γιατί τα ίδια λεφτά θα μπορούσες να δώσεις σε δυσπραγούντες συμπολίτες μας (άνεργοι, χαμηλοσυνταξιούχοι) οι οποίοι επίσης θα τα κατανάλωναν και θα τόνωναν την αγορά, ενώ παράλληλα θα είχαν ένα πιο ανεκτό βιοτικό επίπεδο. Κινδυνεύουμε να μπούμε στο Μηχανισμό Στήριξης εξ αιτίας των τραπεζών;Αυτή η θέση δεν μπορεί να προβληθεί ως δικαιολογία για να συνεχίσει η κυπριακή οικονομία να έχει μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα και δημόσιο χρέος που δεν αντέχει. Ας βάλουμε εμείς σε τάξη ό,τι περνά από το χέρι μας, δηλαδή τα δημόσια οικονομικά μας, και να είστε σίγουροι ότι οι διεθνείς αγορές θα είναι πολύ πιο επιεικείς με την αξιολόγησή μας, παρά την αρνητική επίδραση που έχουμε από την κρίση στην Ελλάδα πάνω στις τράπεζές μας.
Εσωγενείς παράγοντες μας οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση και όχι εξωγενείς όπως η κρίση στην Ελλάδα και την Ευρωζώνη;Τα μεγάλα ελλείμματα των δημοσίων οικονομικών της Κύπρου οφείλονται πρώτιστα σε εσωγενείς παράγοντες, στις ανελαστικές δαπάνες που αυξάνονται κάθε χρόνο, ασχέτως της κατάστασης της κυπριακής οικονομίας. Αυτό φάνηκε το 2009, μια χρονιά βαθιάς ύφεσης της τάξης του -1,7%. Η κυπριακή οικονομία συρρικνώθηκε ενώ οι αυξήσεις στο κρατικό μισθολόγιο, τις κρατικές συντάξεις και τις κοινωνικές παροχές αυξήθηκαν συνολικά 6% ώς 9%. Ποιος μας υποχρέωνε σε συνθήκες ύφεσης να δίνουμε τέτοιες αυξήσεις που δεν αντέχουμε;
 
 
H συνέχεια στον Φιλελεύθερο



Χριστόφορος Σάββα ο ανυπότακτος


Γεννήθηκε στο Μαραθόβουνο το 1924. Το 1943 εντάχθηκε στο Kυπριακό σύνταγμα  και πολέμησε στο WW2. Κατά την απόλυσή του το 1946, του δόθηκε η
ευκαιρία να ταξιδέψει στην Αγγλία. Το 1948 γράφτηκε στη Σχολή Τέχνης του Αγίου Μαρτίνου ,  και το επόμενο έτος στη Σχολή Ηeatherley του Λονδίνου, όπου φοίτησε για τα επόμενα έξι χρόνια.

Το 1954 επέστρεψε στην Κύπρο και εξέθεσε την δουλειά του για πρώτη φορά, μαζί με τον φίλο του Roddy Maude-Roxby στο Βρετανικό Συμβούλιο.

Το 1956 αποφάσισε να φύγει για το Παρίσι, όπου σπούδασε στο ατελιέ του Andre Lhote . Το 1959 επέστρεψε στην Κύπρο οριστικά.

Το 1960 άνοιξε μαζί με τον φίλο του Glyn Hughes την Gallery "Απόφαση" και συνέβαλε στην ίδρυση της Παγκύπριας Ένωσης φίλων της τέχνης και το Ε.ΚΑ.ΤΕ. (Κυπριακό Επιμελητήριο Καλών Τεχνών) και συμμετείχε σε μεγάλο αριθμό εκθέσεων στην Κύπρο και στο εξωτερικό.

Λίγο πριν από το θάνατό του, εκπροσώπησε την Κύπρο στη Μπιενάλε Βενετίας

Ήταν αναμφίβολα μία από τις ηγετικές μορφές της Κυπριακής Τέχνης.

Ο Αλέξανδρος Ξύδης γράφει γι αυτόν: «΄Ενα ιδιοφυές ταλέντο που θυμίζει
την Πρωτεϊκή μεγαλοφυΐα του Πικάσο, μόνο που έζησε τα μισά χρόνια του. ΄Ο.τι και αν έπαιρνε στα χέρια του μετατρεπόταν σε τέχνη, είτε επρόκειτο για χρώμα, ύφασμα, τσιμέντο ή καρφίτσες »



   Ό,τι και να πεις για το Σάββα περιττεύει, το έργο του σε καθοδηγεί πέρα κι από ημερομηνίες και περιόδους σπουδών σε μια αέναη κίνηση Ηρακλείτιας αναμόχλευσης που σε αφήνει άφωνο για τα κυπριακά δεδομένα της εποχής εκείνης.

Σου θυμίζει πολύ τον Οδυσσέα και την περιπλάνησή του, το πέταγμα ενός πουλιού που περνά παρά τρίχα ανάμεσα στη Σκύλα και τη Χάριβδη και ψαλιδίζεται ανεπαίσθητα η ουρά του απ'τη μανία των θηρίων.
βέβαια δεν τα καταφέρνει να φθάσει ποτέ του στην Ιθάκη, κάποιοι μιλάνε για αρρώστεια
που τον σακάτεψε ύπουλα, άλλοι για την πλήρη αδιαφορία του για τα γήϊνα, κοιμότανε συχνά, έλεγε ο Γκλύν Χιούζ που είτανε φίλοι, σε ένα φουσκωτό κρεββάτι, πάντως ό,τι και νάγινε έφυγε πολύ νωρίς, ωσάν το φορτίο που πήγε να σηκώσει να ήταν και ήταν όντως
δυσβάκτακτο. Σήκωνε η Κύπρος τέτοιον επαναστάτη; Εκείνη την εποχή; Εξ'άλλου δεν ανήκε ούτε στην Κύπρο ο Σάββα ούτε πουθενά, ανήκε στο σύμπαν. ΄Ηταν ο καλλιτέχνης που τα έδινε,που τα έδωσε όλα για την τέχνη, δεν μπορούσε η Κύπρος να συντηρήσει ένα τέτοιο πνεύμα ούτε κατά φαντασία. Καλά άντεξε ώς εκεί. Οι μεγάλες φωτιές καίνε, σε καταλιούνε, ο Σάββα κάηκε μέσα στην πυρκαϊά του ταλέντου του. Ο δρόμος που άνοιξε μεγάλος, δεν νομίζω να τον ακολούθησε κανείς. Αυτός μέσα σ'αυτό που έκανε χανότανε, ήτανε ο μόνος γνήσιος.Ο,τι ακολούθησε μετά, ήταν μια τροχιά μετριότητας, έτσι μπόρεσαν οι καλλιτέχνες μέσα σ'αυτό το καλούπι που ονομαζότανε Κύπρος. ΄Η το δέχεσαι ή κρεπάρεις. ο Χριστόφορος Σάββα δεν το δέχτηκε, έπεσε μαχόμενος. Γι'αυτό ούτε στα

σαλόνια μπήκε των νεοκυπρίων, κι ούτε κάν τον ξέρουνε οι λεγόμενοι φιλότεχνοι της επιφάνειας.

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

podilatodromoi giai pountous




ποδήλατον παλαιάς εποχής 1886 ίσως κάπου στο Παρίσι ή στο Μόναχο

Τώρα βέβαια θα σκεφτεί κανείς διάφορα με τα ενοικιαζόμενα ποδήλατα. Στις αρχές σε πιάνει ο θαυμασμός και η έκπληξη για το νέο θέαμα, ουάα, ποδήλατα νέου στύλ, σχεδόν τζάμπα να τα πάρεις όποτε θέλεις και να πάς μια βόλτα στην πόλη, μα ποια πόλη χριστιανέ μου, πάρα κάτω θα σε τσιλλίσουν τ'αυτοκίνητα αλλά θα είσαι πρωτοπόρος γιατί θα πας με ποδήλατο!.Και σε ποιους απευθύνεται το ενοικιαζόμενο ποδήλατο, σε ποια εισοδηματική τάξη κυπρίων, μήπως στους φτωχούς,που δεν μπορούν να το αγοράσουν, όλοι οι κύπριοι μπορούν ν'αγοράσουν το δίκυκλο, δρόμους δεν μπορούν ν'αγοράσουν, ποδηλατόδρομους, και μέσα σ'αυτό τον κυκεώνα με τα υπερπλεονάζονται τροχοφόρα, τώρα
πια που θα βάλουν τους ποδηλατόδρομους, πού θα τους χαράξουν; εκτός βέβαια και αν τους κάνουν, που είναι και η μοναδική λύση, αλλά θέλει ίσως εκατομμύρια, εναέριους, διότι εγώ άλλη λύση δεν βλέπω. Θυμάμαι όταν ήταν υπουργός συγκοινωνιών ο Αβέρωφ, που λέει κι αλήθειες πέραν απ'τις κομματικές σκοπιμότητες που οφείλει κάθε κομματάρχης να λέει, το είπε καθαρά, τι ποδήλατα και μούπες αφού δεν έχουμε ποδηλατόδρομους, δήλωσε εν πάσει ειλικρινεία. Επομένως, η πρόταση που κάνω, κι όχι να παίζουμε σαν τα μωρά, επειδή θάχουμε την προεδρία σε κάνα χρόνο, είναι η χάραξη εναέριων δρόμων, που βέβαια θα κοστίσουν, αλλά με τις σημερινές συνθήκες όπως εμείς τις έχουμε διαμορφώσει, κανένα μπάλωμα δεν μας σώζει. Με άλλα λόγια, θέλουμε πράγματι να κάνουμε
τον κόσμο να μετακινείται με αυτό τον φτηνό, ωραίο και υγειηνό, (αυτό το κάναμε
λιγάκι δύσκολο με τα καφσαέρια) τρόπο; τότε πρέπει να ξοδευτούμε. Αλλά, επειδή αυτό το σύστημα, που τον άνθρωπο τον βάζει τελευταίο στη ζυγαριά, δεν πρόκειται ποτέ να αρθει στο ύψος των περιστάσεων, καλύτερα άστο, άς κάνει εκεί που μπορεί τώρα ποδηλατόδρομους, άμα θέλει μπορεί, τουλάχιστον γύρω απ' τα τείχη,κι όπου χρειαστεί και καμμιά εναέρια γεφυρούλα, και βλέπουμε μέχρι τα μεγαλεπήβολα σχέδια που θέλει ιθύνοντες με όραμα και ίσως λιγότερο καπιταλισμό των άκρων όπως αυτόν που ζούμε καθημερινά.Κι ας μην ξεχνούμε πως ό,τι κάνουμε, αν το σχεδιάσουμε σωστά, όσα λεφτά και να ξοδέψουμε, δεν το κάνουμε μόνο για μας, που δεν προλαβαίνουμε κιόλας, αλλά για τα παιδιά των παιδιών μας, Τώρα που θάχουμε και το πετρέλαιο, κάτι να κάνουμε και για τη μελλοντική γενιά, αφού για μας δούλεψε μόνο το ταξικό συμφέρον των ολίγων και κέρδισε η μικροπολιτική μέχρι τώρα. ΄Αρα μεγάλα έργα κι όχι μιλλοσφοντζισματα όπως
είπε κι ο φίλος μου ο Περδίκης, αλλοιώς οι ξένοι μάλλoν θα γελάνε μαζί μας παρά θα μας κυτάζουν με κατανόηση.Πάντως ποδηλάτες υπάρχουν και ρισκάρουν καθημερινά, έστω και λίγοι, στους δέκα οι εννιά είναι κινέζοι και ο ένας, άλλων εθνικοτήτων, της κυπριακής μη αποκλειομένης!

XRHSH ODOSTRWTHRWN STH SYXRONH POLITIKH ZWH

ΟΔΟΣΤΡΩΤΗΡΑΣ STRAVOSTROS VV- 110

ΧΩΡΑ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ : ΤΣΕΧΟΣΛΟΒΑΚΙΑ

ΣΥΣΤΗΜΑ ΧΕΙΡΙΣΜΟΥ : Μηχανικό

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

ΜΗΚΟΣ : 6 μετ.
ΠΛΑΤΟΣ : 2,5 μετ.
ΥΨΟΣ : 3,4 μετ
ΒΑΡΟΣ : 13 τον.
ΧΩΡΗΤΙΚ.ΚΑΥΣΙΜΟΥ : 220 λιτ.
ΤΡΟΠΟΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ : Με φορέα 16 τον.

ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ

Στρώσιμο μαλακού υλικού:1,2km/h
Στρώσιμο πετρώδους υλικού: 0.75km/h

ΚΥΡΙΑ ΜΕΡΗ
·    Κινητήρας
·    δονητικό σύστημα ,
·    κύλινδρος , αμάξωμα.

Χρησιμοποιείται για στρώση υπό πίεση παντός είδους υλικού επί οδών, ως και προσώπων αντιθέτων και αντιφρονούντων με οποιαδήποτε τακτική του κράτους και του κόμματος.


ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗ

Με έκπληξη και προβληματισμό, πιστεύω, πληροφορήθηκε η κυπριακή κοινωνία την ενέργεια
της Νομικής Υπηρεσίας του κράτους να προχωρήσει σε δίωξη του πρώην Υπουργού
Εμπορίου/Κυβερνητικού Εκπροσώπου/Υπουργού Εξωτερικών και πολιτικού αντίπαλου της
παρούσας κυβέρνησης, Γιώργου Λιλλήκα αναφορικά με υπόθεση παροχής αποζημιώσεων σε
αγελαδοτρόφους. Πρόκειται για μια πρωτοφανή στα κυπριακά χρονικά εξέλιξη, όπου ένα
πολιτικό πρόσωπο διώκεται για μια συλλογική απόφαση που λήφθηκε από τη συντεταγμένη
πολιτεία και δη το Υπουργικό Συμβούλιο. Μέχρι σήμερα τέτοιου είδους αποφάσεις
κρίνονταν αποκλειστικά με πολιτικά κριτήρια και η Εισαγγελία δεν είχε προχωρήσει σε
διώξεις εκείνων που τις είχαν προωθήσει, ή είχαν εμπλακεί στη διαμόρφωση τους. Η πιο
πρόσφατη-ας πούμε-απόπειρα πολιτικής δίωξης, που τελικά έληξε «άδοξα» λόγω της
ανύπαρκτης υπόστασης της, αφορούσε τον υποτιθέμενο διαχειριστή μιας διαδικτυακής
ιστοσελίδας που και πάλι κατά διαβολική σύμπτωση, ασκούσε δριμεία κριτική στην
παρούσα κυβέρνηση… Στην περίπτωση όμως του κ. Λιλλήκα, εκτός του ότι η ενέργεια της
Εισαγγελίας ανοίγει επικίνδυνους δρόμους στην ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής και
δραστηριότητας, προκαλεί και εύλογες απορίες όσον αφορά την επιλεκτικότητα της,
δηλαδή να καταδιώξει έναν πολιτικό ο οποίος βρίσκεται στην αντίπερα, από την
κυβέρνηση, πολιτική όχθη. Έναν πολιτικό, ο οποίος στις Προεδρικές Εκλογές του 2008,
είχε δεχθεί δημόσια και ξεκάθαρη προειδοποίηση από τον σημερινό κάτοχο του Υπατου
αξιώματος της πολιτείας μας, ότι θα ισοπεδωθεί από τον οδοστρωτήρα του κόμματος του,
εξαιτίας της απόφασης του, να υποστηρίξει όχι αυτόν, αλλά τον αείμνηστο Τάσσο
Παπαδόπουλο. Τα ερωτηματικά και η καχυποψία αναφορικά με την εν λόγω δίωξη,
πληθαίνουν αν αναλογιστεί κανείς ότι για πολύ σοβαρά θέματα που προέκυψαν στον τόπο
μας τον τελευταίο καιρό, καμία νομική διαδικασία εναντίον πολιτικών προσώπων ή
υφιστάμενων τους που δέχονταν απευθείας εντολές από αυτούς, δεν έχει κινηθεί και ούτε
φαίνεται πως θα κινηθεί. Πιο συγκεκριμένα, για την καταστροφή στο Μαρί και τη
δολοφονία 13 συνανθρώπων μας, η Πολιτεία με τα συντεταγμένα όργανα της, μέχρι στιγμής
τουλάχιστον, κανένα πολιτικό πρόσωπο δεν οδήγησε ενώπιον δικαστηρίου. Το ίδιο συνέβη
και στην υπόθεση του Προέδρου της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού, ο διορισμός
του οποίου από το Υπουργικό Συμβούλιο κρίθηκε από το Δικαστήριο παράνομος, με
αποτέλεσμα το κράτος να απολέσει δεκάδες εκατομμύρια σε πρόστιμα, τα οποία η ΕΠΑ, προ
της ακύρωσης του διορισμού, είχε εκδικάσει. Και σε αυτή την περίπτωση, το θέμα των
ευθυνών δεν ανακινήθηκε διόλου από τους αρμοδίους. Προφανώς τα δεκάδες εκατομμύρια
που χάθηκαν, θα κληθούν να τα πληρώσουν οι πολύτεκνοι και οι υπάλληλοι του δημόσιου
και ημιδημόσιου τομέα.
Τι άλλο να πρωτοθυμηθεί κανείς; Το θέμα με τον παραιτηθέντα επικεφαλής για την
προετοιμασία της Κυπριακής Προεδρίας, όπου και πάλι η Νομική Υπηρεσία, ενώ μπορούσε,
αν ήθελε, να κινηθεί νομικά, δεν το έπραξε;
Τις «εντολές» αρκετών….ιδιαιτέρων γραμματέων σημαινόντων προσώπων της δημόσιας ζωής-
μερικοί εκ των οποίων διατελέσαντες και πάροικοι του Προεδρικού-, για προσλήψεις,
προαγωγές κ.λπ. στην ΕΦ και αλλού; Παρότι το ρουσφέτι συνιστά με βάση τη νομοθεσία
ποινικό αδίκημα, ούτε σε αυτές τις περιπτώσεις η αρμόδια Αρχή κινήθηκε προς
δικαστικές οδούς.
Διερωτάται λοιπόν η κοινή γνώμη: Προς τι αυτή η επιλεκτική ευαισθησία για μια απόφαση
παροχής αποζημίωσης προς όφελος των αγελαδοτρόφων, η οποία επειδή για διάφορους
λόγους δεν υλοποιήθηκε, η συμπαθής αυτή ομάδα αποφάσισε να προσφύγει στη Δικαιοσύνη
διεκδικώντας την καταβολή της;
Μήπως για να δράσουν ή το αντίθετο, δηλαδή να μην δράσουν, οι αρμόδιες υπηρεσίες του
κράτους, θα πρέπει πρώτα να πάρουν το πράσινο ή το κόκκινο, ανάλογα, φως που
εκπέμπουν τα λαμπάκια του οδοστρωτήρα; Ή χειρότερα, μήπως τελικά σε οδοστρωτήρα
άρχισε να μετατρέπεται το ίδιο το κράτος και οι θεσμοί του;
* Ο Γιώργος Χριστοδουλίδης είναι δημοσιογράφος-Λογοτέχνης.

Δημοσιεύτηκε στο Φιλελεύθερο 25/11/11


Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ το ημερολόγιο ενός γιατρού





Γρηγόρης Αγγελόπουλος: Ημερολόγιο πολέμου (1940-1941)



Ημερομηνία δημοσίευσης: 28/10/2011


Μαλιμάδι, 5 Νοεμβρίου 1940
Η πείνα μ' έσπρωξε το μεσημέρι ώς την έδρα του Συντάγματος. Βρήκα τυρί, ελιές και μαύρο κρασί. Τα 'φερα στη σκηνή μου και με τον νοσοκόμο μου στρώθηκα στο θεσπέσιο αυτό γεύμα. Μόλις τελείωσα είπα πως ο θάνατος τώρα θα μου ήταν λιγότερο οδυνηρός.


Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη σκέψη μου και μια βόμπα αεροπλάνου σφυρίζει κοντά και πέφτει στο δάσος, 20 μέτρα κάτου 'πό τη σκηνή μου. Αντιλήφτηκα τις πέτρες που πέφταν στο αντίσκηνο και βγήκα με τα εφόδιά μου να ιδώ τ' αποτελέσματα.


Ένας φαντάρος φώναζε για το πόδι του και καλούσε βοήθεια. Τον επέδεσα υπό την αεροπορικήν βοήν (συντριπτικό κάταγμα κνήμης). Άλλος, τραύμα του κρανίου ελαφρό και της οσφύος. Τρίτος, του κρανίου. Πλησιάζω στον λάκκο που άνοιξε η βόμπα. Ένα πτώμα πνιγμένο στα αίματα, δίχως κρανίο και μυαλά.
Δίπλα ένας δεκανέας από τους Γαργαλιάνους, Αναγνωστόπουλος, ζούσε(...) του άνοιξε από πίσω την οσφύν ένα πελώριο χάσμα, απ' όπου ξεχύθηκαν τα άντερά του. Πέθανε στα χέρια μου! Η καρδιά μου πια είχε (γίνει) σπάσει τελείως από τη φρίκη... Ηθικό στους στρατιώτες μηδέν! Το βράδυ ο συνταγματάρχης μίλησε με πόνο και ζητούσε από τους στρατιώτες εκδίκηση. Το ίδιο και ο ταγματάρχης ενεθάρρυνε και υπήσχετο πλιάτσικα και γα... τους Ιταλούς! Έπεσα σ' ένα ύπνο απελπισμένο.


Στις 20 του μηνός πήγα ώς το πεδίο της μάχης για να αντικρύσω τη φρίκη μέσα 'πό τη βρόμα παραμορφωμένων πτωμάτων Ελλήνων και Ιταλών, στρατιωτών και αξιωματικών. Έκανα και έρευνα για να διαπιστώσω ταυτότητας... Θυμήθηκα τον Άμλετ του Σαίξπηρ, και μ' ετυραννούσε ένα αγανακτισμένο "γιατί"!
Σ' ενός νεκρού βρήκα στο φυλλάδιό του στίχους του Σολωμού για τον έρωτα. Το απόγευμα βρήκα μια πίπα και κάπινιζα διαρκώς ένα βαρύ και θαυμάσιο αλβανικό καπνό και ήπια καμπόσο κονιάκ μαζί με τον Α. Το βράδυ κοιμήθηκα στριμωγμένος με το συνάδελφο Δ. Πού να κοιμηθώ όμως μες τα βράχια; Όλο κάπνιζα και θυμόμουν το σπίτι μου, το χωριό μου, τις γυναίκες, μια αυριανή κοινωνία...




2 Δεκεμβρίου 1940




Ξυπνώ και αγναντεύω έξω το χιόνι μιας σπιθαμής. Τι εντύπωση θα μου έκανε άλλοτε το χιόνι! Θυμάμαι τις αξέχαστες μέρες που πέρασα ως φοιτητής μες την Αθήνα σαν χιόνιζε. Τρεκλίζοντας, σηκώθηκα και πήγαμε στη συγκέντρωση αξιωματικών, όπου θα ήταν και ο διοικητής του Συντάγματος. Ώς που να 'ρθει διασκεδάζαμε λίγο μεταξύ μας και ακούσαμε τις ξεκάρφωτες κουβέντες του Μ.
Μας αποζημίωσε όμως ο διοικητής που έκανε σταράτη κριτική της δράσεως της Μονάδος μας. Είναι αλήθεια θετικό μυαλό και άνθρωπος σώφρων και ικανότατος. Οι παρατηρήσεις του σχεδόν όλες είχαν περάσει από το μυαλό μου. Το μεσημέρι έφαγα ανεπιφυλάκτως μπακαλιάρο με κρεμμυδάκια. Οι φαντάροι μας υποφέρουν σήμερα από κουραμάνα, αλάτι γιόκ, ψείρες άφθονες, η αποφθειρίαση με τους κλιβάνους Richard (!) είχε διακοπεί με τη μετακόμιση και σήμερα ξανάρχισε.


Χωρίς φόβο έφαγα σοκολάτα, μπύρα, πίτα με κρεμμύδια, ούζο. Το βράδυ η παλιοκοιλιά πήγαινε καλύτερα. Το απόγευμα είχα ευχάριστες εκπλήξεις. Πιθανότατα με αποσπούν στο 3ο Τάγμα (όπου οι γιατροί τα μούσκεψαν). Λυπάμαι που θ' αφήσω την καλή μου συντροφιά, αλλά δεν θα 'χω αυτόν τον ανισόρροπο. Ύστερα ήρθε ο δάσκαλος, ο φίλτατος Μιχάλης Π. από την Καλλιθέα, που υπηρετεί στο 33ο Σύνταγμα μαζί με τον συνάδελφο Κουλόπουλο από τη Θουρία. Περάσαμε δύο ώρες ευχάριστα και ανασκοπήσαμε τα πολεμικά γεγονότα και τις μέλλουσες επιχειρήσεις.


Το Σύνταγμά μας ετοιμάζεται καθ' όλα διότι πιθανόν (δεν πιστεύω) να ξαναπάμε εμπρός και σε μέρη που η οχύρωση των Ιταλών θα είναι σοβαρότερη, γιατί μόνο η γραμμή του Ελβασάν τους προασπίζει ακόμη επειδή είναι μειονεκτική η θέση του εδάφους γι' αυτούς εν σχέσει με το Μέτωπο που συνεχώς στενεύει. Μια και πήραμε το βάφτισμα θα το υποστούμε, δίχως πολύ στενοχώρια, σε νέες μάχες με τα χιόνια. Το βράδυ μακαρόνια, κριθαρίσιον καφέ και... στυπτικά.




17 Ιανουαρίου 1941


Το σημερινό μου μαρτύριο είναι τρανότερο. Το 52 Σύνταγμα, που διελύθη προς
συμπλήρωσιν άλλων μονάδων, μου παρουσίασε άφθονους ασθενείς, σωστά ερείπια και ράκη ανθρώπων. Ξεκαθάρισα μερικούς για το νοσοκομείο και άλλους έστειλα να πολεμήσουν στο 90 ή να παρακολουθούνται στο 33 και 28. Με νευρίασαν όμως και κάτι τύποι που φάνηκα σκληρός. Αλλά μου βγήκε το λάδι για τη διακομιδή τους με ζώα και φορεία.


Ευτυχώς που έφτασαν 300 αιχμάλωτοι και μας βοήθησαν στη διακομιδή. Μ' έκαναν να θυμηθώ παρόμοιες σκηνές στα υψώματα του Ιβάν και ιδίως μια που την είχα ξεχάσει. Ένας Ιταλός, αφού γλίτωσε τον χάρο κρυμμένος κάπου, αντελήφθη έναν τραυματία Έλληνα και τον μετέφερε σε μας παραδοθείς. (Τον αντάμωσα που τον πήγαινε και μου 'ρθε να τον φιλήσω, κατά τα λεγόμενα του φαντάρου μας).


Το βράδυ αργά πρόκειται να μεταφερθούν 600 αιχμάλωτοι με έναν συνταγματάρχη. Το 33ον προχωρεί αριστερά ενώ το 90όν, παρ' όλες τις θυσίες, είναι ακατάβλητο. Επίσης έχουμε και αρκετούς αυτομόλους. Έτσι άρχισε η νέα αρχιστρατηγία του Καμπαλέρο.


Το απόγευμα είχα και έναν λιποτάκτη νεκρό από την πείνα και το κρύο και το ξενύχτι, που τον έφερε εδώ η Στρατονομία! Είδα και έναν τραυματία από το νησί Σιαπέρα, που με θυμήθηκε από την παρέα με τον Κώστα Σπηλιόπουλο.
Κατά τας 10 φέρουν έναν παγόπληκτο ψυχορραγούντα. Παρά την επίμονη τεχνητή αναπνοή πέθανε. Συνεχίσαμε ένα ψιλό ποκεράκι μέχρι που κέρδισα 50 δρχ. Ύπνο δεν ευχαριστιέμαι διόλου, γιατί κρυώνω σ' αυτό το παλιόσπιτο, που στάζει και ανεμίζει. Όλη την ημέρα το γύριζε από βροχή σε χιόνι και χαλάζι.




2 Μαρτίου 1941




Και σήμερα η άνοιξη μίλησε μέσα μας και είναι αποκριά! Τίποτε το σοβαρό στο Μέτωπο και σε αεροπορική δράση. Όλη την ημέρα γύριζα 'δώ και 'κεί ως ότου βράδιασε, που πήγα στον ασύρματο. Με το φίλο Φάβη είμαστε μόνοι που βλέπαμε τα πράγματα στη φυσική τους εξέλιξη. Οι ειδήσεις περιοριζόντουσαν στο αλληλοβρίσιμο και στην προπαγάνδα.Οι Γερμανοί μπαίνουν σ' όλες τις πόλεις της Βουλγαρίας που γίνεται βορά στην πολεμική μηχανή των Γερμανών -ύστερα 'πό τη Ρουμανία. Οι Βούλγαροι κυβερνήτες έσκασαν το παραμύθι, όπως και στον άλλον πόλεμο, μη υπολογίζοντες διόλου τον λαό τους! Και έτσι μένει να περιμένουμε την τουρκική στάση.


Η Μεραρχία μας κοντεύει να αντικατασταθεί εντελώς - δύο ήδη Συντάγματα και νέες δυνάμεις μάς έρχονται συνεχώς. Το ιταλικό πυροβολικό δεν παύει να ενοχλεί στον εφοδιασμό μας -σήμερα το βράδυ τρεις νεκροί και έξι τραυματίαι.


Στον ασύρματο άκουσα ρωσικές μπαλαλάικες, ύστερα και πλάκες και ύστερα με τα παιδιά στήσαμε αποκριάτικα τραγουδάκια. Τέλος μπήκε και ο Τσιτσάνης στα κέφια και άρχισε τα δικά του νέα σερέτικα. Πριν φύγω άκουσα και τον χαριτωμένο ανθυπολοχαγό του Μηχανικού, που έχουμε καλά γνωρισθεί, να διηγείται τριχοειδώς ερωτικές κατακτήσεις άλλοτε και να τραγουδάει φάλτσα ελληνικά τραγούδια. Είχε κάνει σήμερα το ντους του και το μανικιούρ -καλέ άντες!


Φεύγοντας από εκεί τράβηξα με τον Ζαχ. Ζ. για μια επίσκεψη στο παρατηρητήριο
(γαστρικός ίλιγγος ενός ταγματάρχη). Εκεί γνωριστήκαμε και με τον Βυτινιώτη
ταγματάρχη Πυροβολικού Μπαμπίλη και τον λοχαγό Σιόπουλο (μιλήσαμε για τον Γ. Οικ.) και ήπιαμε γάλα! μαυροδάφνη! τσιγάρα και καφέ με τυρί φέτα! Στο σπίτι έφτασα μεσάνυχτα -τα παιδιά δεν είχαν καλοπέσει γιατί είχαν άξαφνο αποκριάτικο γλέντι. Έπεσα για ύπνο, ενώ ο Μητσάρας συνέχιζε την ψειροκτονία από δύο ώρες! Και εγώ με τον Φώκο τρώγαμε το κορμί μας από την ψώρα.






Δημοσιεύτηκε στην ΑΥΓΗ

Η χωρα μας - Καλογιαννης (1977) - YouTube



Η χωρα μας - Καλογιαννης (1977) - YouTube

Στίχοι: Μάριος Ποντίκας


Μουσική: Αργύρης Κουνάδης







Τη χώρα μας μαλώνουνε

ποιος να την πρωτοπροστατέψει

προστάτες ακριβοί

κοστίζουνε πολύ

προστάτες και μαλώνουν

στο δικό σου μαγαζί



Αγράμματη είναι η χώρα μας

δεν την αφήνουν να προκόψει

και μένει μια ζωή

στην πρώτη τη μικρή

ψέμματα τη μαθαίνουν

και την κάνουν πιο χαζή



Όλο χρωστάει η χώρα μας

και ξεπουλιέται στον καθένα

σε χαμηλή τιμή

για μια μπουκιά ψωμί

για λίγο ξεχρεώνει

κι άντε πάλι απ' την αρχή



Μήδεια είναι η χώρα μας

κάνει θηλιά την αγκαλιά της

τα χέρια της σχοινί

στα μάτια το πανί

ατέλειωτη που μοιάζει

η ενός λεπτού σιγή



Η χώρα είμαι εγώ κι εσύ

μη βγάζουμε έξω την ουρά μας

πρέπει να το σκεφτείς

να ψάξεις και να βρεις

τι από μας να θέλει

και τι κάνουμε εμείς



Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Νάχε η γής χερχέλια



Πολύ σωστά το είπε ο δρ.Πισσαρίδης πως δεν θάπρεπε να ονειρευόμαστε με την ανεύρεση του φυσικού αερίου και να μην κάνουμε τίποτα σχετικά με την

επαπειλούμενη κρίση όσον αφορά στα οικονομικά μας. Πολύ συνετή συμβουλή έδωσε να μην επαναπαυόμαστε γιατί θ'αργήσει ν'αποδώσει καρπούς εδώδιμους το

κοίτασμα στο οικόπεδο ή αλιπέδιο όπως γνώστες της ελληνικής εισηγήθηκαν να λέγεται το υπό αναφορά θαλάσσιο τεμάχιο 12. Που είσαι Μακρυγιάννη να δεις που

προσπαθούμε να κάνουμε στη γης χερχέλια και στη θάλασσα λαγούμια για να την πάρουμε και να φύγουμε.Ο κόσμος βέβαια πρέπει να ξέρει τι γίνεται,να βλέπει αν

γίνεται σωστή δουλειά, γιατί αυτό το πράγμα ανήκει σε όλους και όχι μόνο στην κυβέρνηση. Η κυβέρνηση πρέπει να το χειριστεί σαν εθνικό πλούτο που


ανήκει σ'εμάς και στα παιδιά μας, όσο πάει γιατί δεν πρόκειται βέβαια να διαρκέσει
και εκατονταετίες εδώ που τα λέμε. Από μια κελεμπία βέβαια για καλό και για


κακό πρέπει να μοιράσει δωρεάν η κυβέρνηση, μερικοί δεν αποκλείεται με το νέο αγαθό να ασπασθούν και το μουσουλμανισμό για να δικαιούνται και πολλές γυναίκες νομίμως πλέον κι όχι αμαρτίες στα κρυφά.Ξέρω γώ;






Εν τω μεταξύ από τα δημοσιεύματα, (από πού αλλού να πληροφορηθούμε), χωρίς να είμαστε ειδικοί να το λέμε, απλά να μην είμαστε και πρόβατα όμως, βγαίνει


αβίαστα το συμπέρασμα ότι η κυβέρνηση δυσκολεύεται πάρα πολύ να πάρει αποφάσεις γι αυτό το τεράστιο θέμα, και να δρομολογήσει με θάρρος τα


προγράμματα εκμετάλλευσης αυτού του αναπάντεχου υπόγειου θησαυρού που ανακαλύψαμε στους βυθούς των θαλασσών μας. Υποψιάζομαι βέβαια πως παίζουν


ρόλο και οι απειλές της Τουρκίας απ' τη μια αλλά και το καταπόντισμα απ' την άλλη της Ελλάδας που ως ένα σημείο θα έπαιζε κάποιο θετικό


ρόλο αν δεν συνέβαιναν όσα συνέβησαν πρόσφατα.Παρ'όλ'αυτά δεν πείθομαι πως μόνο αυτοί είναι οι λόγοι της άργητας και της χωλής ενεργητικότητας από μέρους της κυβέρνησης.


Τό θέμα πάει και κάπου αλλού. Το νέο δεδομένο είναι μεγάλο, κανείς δεν το περίμενε,οι παίκτες είναι εκεί, δεν συνηθίσαμε ακόμα στο νέο παιχνίδι, η εξουσία δεν είναι έύκολο να περάσει σε άλλα χέρια, η δύναμη, δεν πρέπει να φύγει απ' τα


χέρια των κρατούντων, φοβούνται διότι το άλογο είναι πιο δυνατό απ' τον αναβάτη. Είναι νέο και δεν το ξέρουν. Ναι αλλά η κούρσα θ'αρχίσει και πρέπει να τρέξουμε, για χρόνια ακουγόταν η κουβέντα αλλα κανείς δεν προετοιμάζότανε. Αυτά για την ώρα περνάνε απ΄το μυαλό μας.


΄Ο,τι άλλο κατεβεί στην κούτρα μας θα το ξανακουβεντιάσουμε. Ως τότε υπομονή λοιπόν.

΄Ενα ποίημα του Κ. Καβάφη κι ένα σχέδιο του Νεοκλή Κυριάκου

σχέδιο του Νεοκλή Κυριάκου



Θάλασσα του Πρωιού
Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κ’ εγώ την φύσι λίγο.
Θάλασσας του πρωιού κι ανέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη· όλα
ωραία και μεγάλα φωτισμένα.


Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά
(τα είδ’ αλήθεια μια στιγμή σαν πρωτοστάθηκα)·
κι όχι κ’ εδώ τες φαντασίες μου,
τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής.

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

Αντίσταση στο ανελεύθερο καθεστώς της Τουρκίας - μαχητική διεκδίκηση στο δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου


Quo Vadis


Noam Chomsky

Text of lecture delivered at the Istanbul Conference on Freedom of Speech, April 10, 2010



In brief opening remarks this morning I brought up the crucial fact that rights are typically not granted, but rather won, by dedicated and informed popular struggle. That includes the core principle of freedom of speech. Recognition of this fact should, I think, be taken as a guide when we are considering how we can proceed on many fronts: in countering the current waves of repression worldwide, in carrying forward the gains that have been achieved and that are now under attack, and in the more visionary mode that was suggested by the organizers of the conference, thinking about vistas that lie ahead after that still remote day when proper standards of defense of freedom of speech are established, and once established, observed.



I also mentioned that the United States and Turkey, though differing in many respects, provide clear and instructive illustrations of the ways in which rights are won and once won, protected. With regard to the United States, it is commonly believed that the right to freedom of speech and press was guaranteed by the First Amendment to the Constitution over two centuries ago. That is true only to quite a limited extent, first because of its wording, but more importantly because the law in practice is what the Courts decide Ð and what the public is willing to defend. I will return to this tomorrow, but would just like to point out now that it was not until the 1960s that the US courts took a strong stand protecting freedom of speech. They did so under the pressure of the civil rights movement and other activism over a wide front. And with the decline of activism, the rights are being eroded, as we heard today, another topic I would like to return to tomorrow.



Such facts as these open a question about freedom of speech that arises when we consider longer-term objectives. The question I have in mind is by no means new. One person who raised it was George Orwell, who is best known for his critique of totalitarian enemies, but was no less acid in addressing the ills of his own society. One pertinent example is an essay on what he called "literary censorship in England." The essay was written as the introduction to Animal Farm, his biting satire of Stalinist crimes. In this introductory essay Orwell instructs his British audience that they should not feel too complacent about his exposure of the crimes of Stalinism. In free England, he writes, ideas can be suppressed without the use of force. He gives some examples, and only a few sentences of explanation, but they capture important truths. "The sinister fact about literary censorship in England," Orwell wrote, "is that it is largely voluntary. Unpopular ideas can be silenced, and inconvenient facts kept dark, without any need for any official ban." One reason is the centralization of the press in the hands of "wealthy men who have every motive to be dishonest on certain important topics." Another, and I think more important reason, is a good education and immersion in the dominant intellectual culture, which instills in us a "general tacit agreement that `it wouldn't do' to mention that particular fact."



The introductory essay is not well-known, unlike the book itself, a bitter condemnation of Soviet tyranny that is famous and read everywhere. The reason is that it was not published, perhaps confirming his thesis about literary censorship in free England. It was found many years later in his unpublished writings. The essential point is that even in some future time when rights are established and the rights on paper truly observed, new and crucial questions arise.



A little historical perspective is useful. A century ago, in the more free societies it was becoming more difficult to control the population by force. Labor unions were being formed, along with labor-based parliamentary parties; the franchise was extending; and popular movements were resisting arbitrary authority, not for the first time to be sure, but with a wider base and greater success. In the most free societies, England and the US, dominant sectors were coming to recognize that to maintain their control they would have to shift from force to other means, primarily control of attitudes and opinion. Prominent intellectuals called for the development of effective propaganda to impose on the vulgar masses "necessary illusions" and "emotionally potent oversimplifications." It would be necessary, they urged, to devise means of "manufacture of consent" to ensure that the "ignorant and meddlesome outsiders," the general population, be kept "in their place," as "spectators," not "participants in action," so that the small privileged group of "responsible men" would be able to form policy undisturbed by the "rage and trampling of the bewildered herd." I am quoting from the most respected progressive public intellectuals in the US in the 20th century, Walter Lippmann and Reinhold Niebuhr, both Wilson-Roosevelt-Kennedy liberals, the latter president ObamaÕs favorite philosopher.



At the same time the huge public relations industry began to develop, devoted to the same ends. In the words of its leaders, also from the liberal end of the spectrum, the industry must direct the general population to the "superficial things of life, like fashionable consumption" so that the "intelligent minority" will be free to determine the proper course of policy.



These concerns are persistent. The democratic uprising of the 1960s was frightening to elite opinion. Intellectuals from Europe, the US, and Japan called for an end to the "excess of democracy." The population must be returned to apathy and passivity, and in particular sterner measures must be imposed by the institutions responsible for "the indoctrination of the young": the schools, universities, churches. I am quoting from the liberal internationalist end of the spectrum, those who staffed the Carter administration in the United States and their counterparts elsewhere in the industrial democracies. The right called for far harsher measures. Major efforts were soon undertaken to reduce the threat of democracy, with a certain degree of success. We are now living in that era.



Reflection on such matters should bring us to the realization that beyond the hard task of establishing rights of free expression, and defending their formal establishment of these rights, there are still challenging mountain peaks to climb.



Turning to Turkey, the immediate tasks are much more difficult. Five years ago, I was asked to submit a comment for a conference on freedom of expression here. I would like to reiterate some of what I said, which seems to me important to keep in mind. Turkey has its share of extremely serious human rights violations, including major crimes. There is no need for me to elaborate on that after todayÕs discussion. But Turkey also has a remarkable tradition of resistance to these crimes. That includes, first and and foremost, the victims, who refuse to submit and continue to struggle for their rights, with courage and dedication that can only inspire humility among people who enjoy privilege and security. But beyond that and here Turkey has an unusual and perhaps unique place in the world -- these struggles are joined by prominent writers, artists, journalists, publishers, academics and others, who not only protest state crimes, but go far beyond to constant acts of resistance, risking and sometimes enduring severe punishment. There is nothing like that in the West.



When I visit Europe, and hear self-righteous charges that Turkey is not yet fit to join the enlightened company of the European Union, I often feel, and say, that it may be the other way around, particularly in defense of freedom of speech, a record of which Turkey should be very proud, and from which we can all learn a great deal.





Νόαμ Τσόμσκι

Κείμενο της διάλεξης στο πλαίσιο της Διάσκεψης της Κωνσταντινούπολης για την Ελευθερία του Λόγου, 10 του Απριλίου του 2010



Σε σύντομες παρατηρήσεις σήμερα το πρωί ανέφερα το κρίσιμο γεγονός ότι τα δικαιώματα συνήθως δεν παραχωρούνται , αλλά μάλλον κερδίζονται, με αφοσιωμένη και ενημερωμένη λαϊκή πάλη. Αυτό περιλαμβάνει τη βασική αρχή της ελευθερίας του λόγου. Η αναγνώριση αυτού του γεγονότος θα έπρεπε, νομίζω, να ληφθεί ως οδηγός, όταν εξετάζουμε το πώς μπορούμε να προχωρήσουμε σε πολλά μέτωπα: στην αντιμετώπιση της σύγχρονης παγκόσμιας καταιγιστικής καταπίεσης, την αξιοποίηση των κερδών που έχουν επιτευχθεί και που τώρα βάλλονται συνεχώς και τον πιο οραματικό τρόπο που προτάθηκε από τους διοργανωτές του συνεδρίου, να έχουμε συνεχώς στο μυαλό μας την εικόνα, μετά από αυτή την απομακρυσμένη ακόμα μέρα που θα έχουν εγκαθιδρυθεί τα κατάλληλα πρότυπα της υπεράσπισης της ελευθερίας του λόγου, και μετά την καθιέρωσή τους, να γίνεται ο έλεγχος για την εφαρμογή τους.



Επίσης, ανέφερα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Τουρκία, αν και διαφέρουν από πολλές απόψεις, παρέχουν σαφείς και διδακτικές εικόνες των τρόπων με τους οποίους τα δικαιώματα κερδίθηκαν και αφού κερδίθηκαν ύστερα προστατεύτηκαν. Όσον αφορά τις Ηνωμένες Πολιτείες, συνήθως πιστεύεται ότι το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου και του Τύπου ήταν εγγυημένα από την Πρώτη Τροποποίηση του Συντάγματος πάνω από δύο αιώνες πριν. Αυτό ισχύει μόνο σε πολύ περιορισμένο βαθμό, πρώτον λόγω της διατύπωσής της, αλλά το πιο σημαντικό, διότι ο νόμος στην πράξη είναι ό,τι αποφασίσουν τα Δικαστήρια και ό,τι το κοινό είναι πρόθυμο να υπερασπιστεί. Θα επανέλθω σε αυτό αύριο, αλλά θα ήθελα να επισημάνω ότι τώρα δεν ήταν μέχρι τη δεκαετία του 1960 που τα δικαστήρια των ΗΠΑ υιοθέτησαν μια ανυποχώρητη στάση για την προστασία της ελευθερίας του λόγου. Ενήργησαν έτσι κάτω από την πίεση του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα και εκείνο του ακτιβισμού πάνω σ'ένα ευρύ μέτωπο. Με την παρακμή όμως του ακτιβισμού, τα δικαιώματα αυτά έχουν διαβρωθεί, όπως ακούσαμε σήμερα, άλλο ένα θέμα στο οποίο θα ήθελα να επιστρέψω αύριο.



Τα στοιχεία αυτά στοιχειοθετούν μια ερώτηση σχετικά με την ελευθερία του λόγου, που προκύπτει όταν εξετάζουμε τους πιο μακροπρόθεσμους στόχους. Το ερώτημα που έχω υπ'όψη μου δεν είναι καθόλου νέο. Ένα πρόσωπο που το έθεσε ήταν ο Τζορτζ Όργουελ, ο οποίος είναι γνωστός για την κριτική του σε ολοκληρωτικά καθεστώτα , αλλ'όχι λιγότερο οξύς όσον αφορά στις κακοδαιμονίες της δικής του κοινωνίας. Ένα σχετικό παράδειγμα είναι ένα δοκίμιο γι'αυτό, που αποκάλεσε «λογοτεχνική λογοκρισία στην Αγγλία." Το δοκίμιο γράφτηκε ως εισαγωγή στην Φάρμα των Ζώων, μια καυστική σάτιρα για τα σταλινικά εγκλήματα. Σε αυτό το εισαγωγικό δοκίμιο ο Όργουελ αναρωτιέται αν το βρετανικό κοινό του πρέπει να αισθάνεται  πολύ ικανοποιημένο, για την έκθεση του για τα εγκλήματα του σταλινισμού. Στην ελεύθερη Αγγλία, γράφει, οι ιδέες μπορεί να καταστέλλονται χωρίς τη χρήση βίας. Δίνει μερικά παραδείγματα, και μόνο μερικές προτάσεις επεξηγηματικές, αλλά συλλαμβάνει σημαντικές αλήθειες. "Το απαίσιο γεγονός της λογοτεχνικής λογοκρισίας στην Αγγλία, "έγραψε ο Όργουελ, « είναι ότι σε μεγάλο βαθμό, αυτή γίνεται εθελούσια. Μη δημοφιλείς ιδέες μπορούν να αποσιωπηθούν, και άβολα γεγονότα να παραμένουν σκοτεινά, χωρίς να υπάρχει ανάγκη για οποιαδήποτε επίσημη απαγόρευση." Ένας λόγος είναι η συγκέντρωση του Τύπου στα χέρια των "πλουσίων ανδρών που έχουν κάθε κίνητρο να είναι ανέντιμοι σε ορισμένα σημαντικά θέματα." Ένας άλλος, και νομίζω ό πιο σημαντικός λόγος, είναι η καλή εκπαίδευση και η εμβάπτιση στην κυρίαρχη πνευματική καλλιέργεια, που ενσταλάζει μέσα μας μια «γενική σιωπηρή συμφωνία ότι` δεν είναι πρέπον », να αναφερόμαστε σε κάποια συγκεκριμένα γεγονότα.



Το εισαγωγικό κείμενο δεν είναι γνωστό, σε αντίθεση με το ίδιο το βιβλίο, μια πικρή καταδίκη της σοβιετικής τυραννίας που είναι πασίγνωστο και διαβάζεται παντού. Ο λόγος είναι ότι δεν δόθηκε στη δημοσιότητα, επιβεβαιώνοντας έτσι τη διατριβή του για την λογοτεχνική λογοκρισία στην ελεύθερη Αγγλία. Βρέθηκε πολλά χρόνια αργότερα σε αδημοσίευτα γραπτά του. Το βασικό σημείο είναι ότι ακόμα και σε κάποια μελλοντική χρονική στιγμή όπου τα δικαιώματα επικυρώνονται και τα δικαιώματα στα χαρτιά πραγματικά τηρούνται, προκύπτουν νέα και ουσιαστικά θέματα.



Μια μικρή ιστορική προοπτική είναι χρήσιμη. Έναν αιώνα πριν, στις πιο ελεύθερες κοινωνίες ήταν όλο και πιο δύσκολο να ελεγχθεί ο πληθυσμός με τη βία. Εργατικά συνδικάτα είχαν σχηματιστεί, μαζί με κοινοβουλευτικά κόμματα βασισμένα στην εργατική δύναμη. Το δικαίωμα ψήφου επεκτάθηκε Και λαϊκά κινήματα αντιστέκονταν στην αυθαίρετη εξουσία, όχι για πρώτη φορά σίγουρα, αλλά με μια ευρύτερη βάση και μεγαλύτερη επιτυχία. Στις πιο ελεύθερες κοινωνίες, την Αγγλία και τις ΗΠΑ, οι κυρίαρχες ομάδες έρχονταν να αναγνωρίσουν ότι για να διατηρήσουν τον έλεγχό τους θα έπρεπε να στραφούν από τη δύναμη σε άλλα μέσα, κατά κύριο λόγο τον έλεγχο των στάσεων και απόψεων. Εξέχοντες διανοούμενοι πρότειναν την ανάπτυξη αποτελεσματικής προπαγάνδας για να επιβάλει στις χυδαίες μάζες "απαραίτητες αυταπάτες» και «συναισθηματικά ισχυρές υπεραπλουστεύσεις." Θα ήταν απαραίτητο, υποστήριζαν, να καταρτιστούν μέσα , "κατασκευής της συναίνεσης» για να διασφαλιστεί ότι οι «αδαείς και ενοχλητικοί παρείσακτοι, « ο γενικός πληθυσμός, να διατηρούνται «στη θέση τους,« ως "θεατές" και όχι " συμμετέχοντες στη δράση , "έτσι ώστε η μικρή προνομιούχα ομάδα των « υπευθύνων άνδρών » θα ήταν σε θέση να διαμορφώσει την πολιτική, ανενόχλητη από την« οργή και το ποδοβολητό της σαστισμένης αγέλης ». Σταχυολογώ από τους πιο σεβαστούς προοδευτικούς δημόσιους διανοούμενους στις ΗΠΑ κατά τον 20ο αιώνα, Walter Lippmann και Reinhold Niebuhr, όσο και από τους Wilson-Ρούζβελτ-Kennedy φιλελεύθερους,ο τελευταίος, αγαπημένος φιλόσοφος του προέδρου Obama.



Ταυτόχρονα, η τεράστια βιομηχανία των δημοσίων σχέσεων άρχισε να αναπτύσσεται, αφιερωμένη στους ίδιους στόχους. Σύμφωνα με τα λόγια των ηγετών της, και από το φιλελεύθερο άκρο του φάσματος, η βιομηχανία πρέπει να κατευθύνει το γενικό πληθυσμό για τα "επιφανειακά πράγματα της ζωής, όπως η κατανάλωση της μόδας», έτσι ώστε η «έξυπνη μειονότητα" θα είναι ελεύθερη να καθορίσει τη σωστή πορεία της πολιτικής.



Οι ανησυχίες αυτές είναι ανθεκτικές. Η δημοκρατική εξέγερση του 1960 ήταν τρομακτική για τη γνώμη της ελίτ . Διανοούμενοι από την Ευρώπη, τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία ζήτησαν ένα τέλος στην «υπέρβαση της δημοκρατίας." Ο πληθυσμός πρέπει να επιστρέψει στην απάθεια και την παθητικότητα, και ιδίως τα μέτρα αυστηρής πειθαρχίας πρέπει να επιβάλλονται από τα όργανα που είναι αρμόδια για "την κατήχηση των νέων»: τα σχολεία, πανεπιστήμια, εκκλησίες. Παραθέτω από το φιλελεύθερο διεθνιστικό άκρο του φάσματος, εκείνων που στελεχώνουν τη διοίκηση Κάρτερ στις Ηνωμένες Πολιτείες και των ομολόγων τους σε άλλα μέρη των βιομηχανικών δημοκρατιών. Η δεξιά έκανε έκκληση για πολύ αυστηρότερα μέτρα. Σημαντικές προσπάθειες  αναλήφθηκαν σύντομα με σκοπό να μειώσουν την απειλή της δημοκρατίας, με κάποιο βαθμό επιτυχίας. Ζούμε τώρα εκείνη την εποχή.



Ο προβληματισμός σχετικά με τα θέματα αυτά θα πρέπει να μας οδηγήσει στη συνειδητοποίηση ότι πέρα από το δύσκολο έργο της καθιέρωσης των δικαιωμάτων της ελεύθερης έκφρασης, και την τυπική υπεράσπιση της καθιέρωσης αυτών των δικαιωμάτων, εξακολουθούν να υπάρχουν κορυφαίες προκλήσεις για να κατακτήσουμε.



Όσον αφορά την Τουρκία, τα άμεσα καθήκοντα είναι πολύ πιο δύσκολα. Πριν από πέντε χρόνια, μου ζητήθηκε να υποβάλω ένα σχόλιο σε μια διάσκεψη για την ελευθερία της έκφρασης εδώ. Θα ήθελα να επαναλάβω κάποια από αυτά που είπα, το οποίο μου φαίνεται σημαντικό να έχουμε κατά νου. Η Τουρκία έχει το μερίδιό της, είναι εξαιρετικά σοβαρές οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των μεγάλων εγκλημάτων. Δεν υπάρχει καμία ανάγκη για μένα να επεξεργαστώ περισσότερο το θέμα μετά από τη σημερινή συζήτηση , Αλλά η Τουρκία έχει επίσης μια αξιοσημείωτη παράδοση αντίστασης σε αυτά τα εγκλήματα. Αυτό περιλαμβάνει, κατά πρώτο και κύριο λόγο, τα θύματα, που αρνούνται να υποταχτούν και συνεχίζουν να αγωνίζονται για τα δικαιώματά τους, με κουράγιο και αφοσίωση που μπορεί να εμπνεύσει μόνο ταπεινότητα μεταξύ των ανθρώπων που απολαμβάνουν το προνόμιο και την ασφάλεια. Αλλά πέρα από αυτό,  και εδώ η Τουρκία έχει μια ασυνήθιστη και ίσως μοναδικό θέση στον κόσμο - σ' αυτούς τους αγώνες παίρνουν μέρος εξέχοντες συγγραφείς, καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι, εκδότες, ακαδημαϊκοί και άλλοι, που δεν διαμαρτύρονται μόνο για τα κρατικά εγκλήματα, αλλά πάνε πολύ πιο πέρα σε συνεχείς πράξεις αντίστασης, διακινδυνεύοντας, και μερικές φορές υπομένοντας αυστηρές τιμωρίες. Δεν υπάρχει τίποτα παρόμοιο στη Δύση.



Όταν επισκέπτομαι την Ευρώπη, και ακούω φαρισαϊκές κατηγορίες ότι η Τουρκία δεν είναι ακόμα ικανή να ενταχθεί στην φωτισμένη εταιρεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συχνά αισθάνομαι την ανάγκη να πω, ότι μπορεί να είναι το αντίστροφο, κυρίως για την υπεράσπιση της ελευθερίας του λόγου , ένα ρεκόρ για το οποίο η Τουρκία θα πρέπει να είναι πολύ περήφανη, και από την οποία μπορούμε να μάθουμε όλοι πολλά.



Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

Επεμβατική πολιτική των ΗΠΑ

 

 

Our Commitment to Democracy

by Noam Chomsky

from the book

What Uncle Sam Really Wants, 1993


 

In one high-level document after another, US planners stated their view that the primary threat to the new US-led world order was Third World nationalism-sometimes called ultranationalism: "nationalistic regimes" that are responsive to "popular demand for immediate improvement in the low living standards of the masses" and production for domestic needs.

The planners' basic goals, repeated over and over again, were to prevent such "ultranationalist" regimes from ever taking power-or if, by some fluke, they did take power, to remove them and to install governments that favor private investment of domestic and foreign capital, production for export and the right to bring profits out of the country. (These goals are never challenged in the secret documents. If you're a US policy planner, they're sort of like the air you breathe.)

Opposition to democracy and social reform is never popular in the victim country. You can't get many of the people living there excited about it, except a small group connected with US businesses who are going to profit from it.

The United States expects to rely on force, and makes alliances with the military-"the least anti-American of any political group in Latin America," as the Kennedy planners put it-so they can be relied on to crush any indigenous popular groups that get out of hand.

The US has been willing to tolerate social reform-as in Costa Rica, for example-only when the rights of labor are suppressed and the climate for foreign investment is preserved. Because the Costa Rican government has always respected these two crucial imperatives, it's been allowed to play around with its reforms.

Another problem that's pointed to over and over again in these secret documents is the excessive liberalism of Third World countries. (That was particularly a problem in Latin America, where the governments weren't sufficiently committed to thought control and restrictions on travel, and where the legal systems were so deficient that they required evidence for the prosecution of crimes.)

This is a constant lament right through the Kennedy period (after that, the documentary record hasn't yet been declassified). The Kennedy liberals were adamant about the need to overcome democratic excesses that permitted "subversion"-bywhich, of course, they meant people thinking the wrong ideas.

The United States was not, however, lacking in compassion for the poor. For example, in the mid-
1950s, our ambassador to Costa Rica recommended that the United Fruit Company, which basically ran Costa Rica, introduce "a few relatively simple and superficial human interest frills for the workers that may have a large psychological effect."

Secretary of State John Foster Dulles agreed, telling President Eisenhower that to keep Latin Americans in line, "you have to pat them a little bit and make them think that you are fond of them."
Given all that, US policies in the Third World are easy to understand. We've consistently opposed democracy if its results can't be controlled. The problem with real democracies is that they're likely to fall prey to the heresy that governments should respond to the needs of their own population, instead of those of US investors.

A study of the inter-American system published by the Royal Institute of International Affairs in London concluded that, while the US pays lip service to democracy, the real commitment is to "private, capitalist enterprise." When the rights of investors are threatened, democracy has to go; if these rights are safeguarded, killers and torturers will do just fine.

Parliamentary governments were barred or overthrown, with US support and sometimes direct intervention, in Iran in 1953, in Guatemala in 1954 (and in 1963, when Kennedy backed a military coup to prevent the threat of return to democracy), in the Dominican Republic in 1963 and 1965, in Brazil in 1964, in Chile in 1973 and often elsewhere. Our policies have been very much the same in El Salvador and in many other places across the globe.

The methods are not very pretty. What the US-run contra forces did in Nicaragua, or what our terrorist proxies do in El Salvador or Guatemala, isn't only ordinary killing. A major element is brutal, sadistic torture-beating infants against rocks, hanging women by their feet with their breasts cut off and the skin of their face peeled back so that they'll bleed to death, chopping people's heads off and putting them on stakes. The point is to crush independent nationalism and popular forces that might bring about meaningful democracy.


from the book What Uncle Sam Really Wants, published in 1993
Odonian Press
Box 32375
Tucson, AZ 85751
tel 602-296-4056 or 800-REALSTORY


Ακολουθεί μια πρόχειρη μετάφραση:

 Η δέσμευσή μας στη δημοκρατία
  από τον Νόαμ Τσόμσκι
  από το βιβλίο
 Τι ακριβώς θέλει ο Θείος Σαμ, 1993


Σε υψηλού επιπέδου έγγραφα, στο ένα  μετά το άλλο, οι σχεδιαστές της πολιτικής των ΗΠΑ, εξέφρασαν την άποψή, ότι η κύρια απειλή για τη νέα παγκόσμια τάξη με ηγεσία των ΗΠΑ, ήταν ο εθνικισμός του τρίτου κόσμου, - μερικές φορές αναφερόμενος ως, υπερεθνικισμός:

«εθνικιστικά καθεστώτα» που  ανταποκρίνονται στο «λαϊκό αίτημα για την άμεση βελτίωση του χαμηλού βιοτικού επίπέδου των μαζών » και της παραγωγής για τις εγχώριες ανάγκες. Βασικός στόχος του σχεδιασμού», που επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, ήταν να αποφευχθούν
τέτοιου είδους" υπερεθνικιστικά "καθεστώτα από του να πάρουν ποτέ την εξουσία- ή αν, από κάποια απροσδόκητη επιτυχία, έπαιρναν την εξουσία , τη κατάργησή τους και την εγκατάσταση κυβερνήσεων που ευνοούν τις ιδιωτικές επενδύσεις των εγχώριων και ξένων κεφαλαίων,  την
παραγωγή για σκοπούς εξαγωγής  και το δικαίωμα να μεταφέρονται κέρδη εκτός τη χώρας.

( Αυτοί οι στόχοι ποτέ δεν  αμφισβητούνται στα απόρρητα έγγραφα. Εάν είσαι αρμόδιος για το σχεδιασμό της πολιτικής των ΗΠΑ, είναι περίπου όπως τον αέρα που αναπνέεις).

Αντιπολίτευση στη δημοκρατία και την κοινωνική μεταρρύθμιση δεν είναι ποτέ δημοφιλής στη χώρα θύμα. Δεν μπορείς να κερδίσεις πολλούς απ' τους ανθρώπους που ζουν εκεί, εκτός από μια μικρή ομάδα που συνδέεται με τις επιχειρήσεις των ΗΠΑ που πρόκειται να επωφεληθούν
από αυτές. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι επόμενο να βασίζονται στη βία,  κάνοντας συμμαχίες με τoυς στρατιωτικούς- "τη λιγότερο αντιαμερικανική οιασδήποτε άλλης πολιτικής ομάδας στη Λατινική Αμερική », όπως οι σχεδιαστές Κέννεντι το έθεσαν- έτσι ώστε να μπορούν να στηριχθούν για να συντρίψουν κάθε αυτόχθονες δημοφιλείς ομάδες που ξεφεύγουν από τον έλεγχο.

Οι ΗΠΑ ήταν πρόθυμες να ανεχθούν την κοινωνική μεταρρύθμιση, όπως και στην Κόστα Ρίκα, για παράδειγμα-μόνο όταν τα εργατικά δικαιώματα  κατασταλούν και το κλίμα για τις
ξένες επενδύσεις μείνει άθικτο. Επειδή η Κοστα-ρικανή κυβέρνηση έχει τηρήσει πάντοτε αυτές τις δύο κρίσιμες επιταγές, αυτό  της επέτρεψε να διατηρήσει τις μεταρρυθμίσεις της. Ένα άλλο πρόβλημα που επισημαίνεται ξανά και ξανά σε αυτά τα απόρρητα έγγραφα είναι ο υπερβολικός φιλελευθερισμός των χωρών του Τρίτου Κόσμου. (Αυτό ήταν κυρίως ένα πρόβλημα στη Λατινική Αμερική, όπου οι κυβερνήσεις δεν ήταν αρκετά δεσμευμένες στον έλεγχο της σκέψης και τους περιορισμούς για τα ταξίδια, και όπου τα νομικά συστήματα ήταν τόσο ανεπαρκή ώστε να απαιτούνται αποδεικτικά στοιχεία για τη δίωξη των εγκλημάτων.) Αυτό είναι ένα σταθερό γόγγυσμα καθ'όλη την
περίοδο Κέννεντι (μετά από αυτό τα έγγραφα  δεν έχουν ακόμη αποχαρακτηρισθεί). Οι φιλελεύθεροι Kennedy ήταν ανυποχώρητοι σχετικά με την ανάγκη να ξεπεραστούν δημοκρατικές υπερβολές όπου επιτρέπεται η  «υπονόμευση»- με την οποία , βέβαια, εννοούσαν ότι οι άνθρωποι
σκέφτονται με λανθασμένες ιδέες.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ήταν βέβαια, εντελώς στερημένες από συμπόνια για τους φτωχούς. Για
παράδειγμα, στα μέσα της δεκαετίας του 1950, ο πρέσβης μας στην Κόστα Ρίκα συνέστησε όπως η εταιρεία United Fruit, η οποία έλεγχε κατά βάση όλη την αγορά της Κόστα Ρίκα,  καθιερώσει "λίγες σχετικά απλές και επιφανειακές ανθρώπινες εξυπηρετήσεις για τους εργαζόμενους που μπορεί όμως να έχουν  μεγάλη ψυχολογική επίδραση.
"Ο Γενικός Γραμματέας του κράτους John Foster Dulles συμφώνησε, λέγοντας ότι ο Πρόεδρος Αϊζενχάουερ για να κρατήσει τους Λατινοαμερικάνους στη γραμμή, «θα πρέπει να τους κτυπάς λιγάκι την πλάτη και να τους κάνεις να αισθάνονται ότι έχεις σε εκτίμηση αυτό που κάνουν ."
 Λαμβάνοντας υπόψη όλα αυτά, οι πολιτικές των ΗΠΑ στον Τρίτο Κόσμο είναι εύκολο να κατανοηθούν. Έχουμε δείξει  την αντίθεσή μας σταθερά έναντι της δημοκρατίας, αν τα αποτελέσματά της δεν μπορούν να ελεγχθούν.

Το πρόβλημα με τις πραγματικές δημοκρατίες είναι ότι είναι πιθανό να πέσουν θύματα της αίρεσης ότι οι κυβερνήσεις θα πρέπει να ανταποκρίνονται στις ανάγκες του ίδιου του πληθυσμού τους, αντί σε εκείνες των Αμερικανών επενδυτών.
 Μια μελέτη όσον αφορά στο ενδο- αμερικάνικο σύστημα, που δημοσιεύθηκε από το Βασιλικό Ινστιτούτο Διεθνών Υποθέσεων στο Λονδίνο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, ενώ οι ΗΠΑ λένε μεγάλα λόγια για τη δημοκρατία, η πραγματική τους δέσμευση είναι η «ιδιωτική, καπιταλιστική επιχείρηση." Όταν απειλούνται τα δικαιώματα των επενδυτών, η δημοκρατία πάει περίπατο. Αν διασφαλίζονται τα δικαιώματα αυτά, δολοφόνοι ή  βασανιστές στην εξουσία, είναι μια χαρά 

Κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις έχουν παραγραφεί ή  ανατραπεί, με την υποστήριξη των ΗΠΑ και σε ορισμένες περιπτώσεις με χρήση άμεσης παρέμβασης,  στο Ιράν το 1953, στη Γουατεμάλα το 1954 (και το 1963, όταν ο Κέννεντι υποστήριξε το στρατιωτικό πραξικόπημα για να αποτρέψει την απειλή της επιστροφής στην δημοκρατία), στη Δομινικανή Δημοκρατία το 1963 και 1965, στη Βραζιλία το 1964, στη Χιλή το 1973 και συχνά αλλού. Οι πολιτικές μας είναι σχεδόν όμοιες στο Ελ Σαλβαδόρ και σε πολλά άλλα μέρη σε όλο τον πλανήτη.

Οι μέθοδοι που ακολουθούνται δεν είναι και τόσο όμορφες. Αυτό που έκαναν οι υπό αμερικανική διοίκηση δυνάμεις contra στη Νικαράγουα, ή ό,τι  οι τρομοκράτες πληρεξούσιοί μας κάνουν στο Ελ Σαλβαδόρ και τη Γουατεμάλα, δεν είναι απλώς ένα  συνηθισμένο έγκλημα. Ένα σημαντικό στοιχείο είναι η βάναυσότητα και οι σαδιστικοί βασανισμόί- ξυλοδαρμοί βρεφών επάνω στα βράχια, κρέμασμα  γυναικών από τα πόδια  με τα στήθη τους κομμένα και το δέρμα του προσώπου τους βγαλμένο  έτσι ώστε θα αιμορραγούν μέχρι θανάτου, κομμένα κεφάλια  ανθρώπων   μπηγμένα σε πασσάλους .
Το θέμα είναι η συντριβή κάθε ανεξάρτητου εθνικισμού και λαϊκών δυνάμεων που θα μπορούσαν
να οδηγήσουν στην ουσιαστική δημοκρατία.

από το βιβλίο Τι θέλει πραγματικά ο Θείος Σαμ , που δημοσιεύθηκε το 1993
Εκδόσεις

Odonian 
Box 32375
Τούσον 85751
τηλ. 602-296-4056 ή 800-REALSTORY
φαξ 602-296-0936



 

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Ιστορικά διδάγματα - Αμερικάνικη πολιτική επεμβάσεων σε χώρες που "εξωκοίλουν "


THE THREAT OF A GOOD EXAMPLE

NOAM CHOMSKY

 

No country is exempt from U.S. intervention, no matter how unimportant. In fact, it's the weakest, poorest countries that often arouse the greatest hysteria.

Take Laos in the 1960s, probably the poorest country in the world. Most of the people who lived there didn't even know there was such a thing as Laos; they just knew they had a little village and there was another little village nearby.

But as soon as a very low-level social revolution began to develop there, Washington subjected Laos to a murderous "secret bombing," virtually wiping out large settled areas in operations that, it was conceded, had nothing to do with the war the US was waging in South Vietnam.

Grenada has a hundred thousand people who produce a little nutmeg, and you could hardly find it on a map. But when Grenada began to undergo a mild social revolution, Washington quickly moved to destroy the threat.

From the Bolshevik Revolution of 1917 till the collapse of the Communist governments in Eastern Europe in the late 1980s, it was possible to justify every US attack as a defense against the Soviet threat. So when the United States invaded Grenada in 1983, the chairman of the Joint Chiefs of Staff explained that, in the event of a Soviet attack on Western Europe, a hostile Grenada could interdict oil supplies from the Caribbean to Western Europe and we wouldn't be able to defend our beleaguered allies. Now this sounds comical, but that kind of story helps mobilize public support for aggression, terror and subversion.

The attack against Nicaragua was justified by the claim that if we don't stop "them" there, they'll be pouring across the border at Harlingen, Texas-just two days' drive away. (For educated people, there were more sophisticated variants, just about as plausible.)

As far as American business is concerned, Nicaragua could disappear and nobody would notice. The same is true of El Salvador. But both have been subjected to murderous assaults by the US, at a cost of hundreds of thousands of lives and many billions of dollars.

There's a reason for that. The weaker and poorer a country is, the more dangerous it is as an example. If a tiny, poor country like Grenada can succeed in bringing about a better life for its people, some other place that has more resources will ask, "why not us?"

This was even true in Indochina, which is pretty big and has some significant resources. Although Eisenhower and his advisers ranted a lot about the rice and tin and rubber, the real fear was that if the people of Indochina achieved independence and justice, the people of Thailand would emulate it, and if that worked, they'd try it in Malaya, and pretty soon Indonesia would pursue an independent path, and by then a significant area of the Grand Area would have been lost.

If you want a global system that's subordinated to the needs of US investors, you can't let pieces of it wander off. It's striking how clearly this is stated in the documentary record-even in the public record at times. Take Chile under Allende.
Chile is a fairly big place, with a lot of natural resources, but again, the United States wasn't going to collapse if Chile became independent. Why were we so concerned about it? According to Kissinger, Chile was a "virus" that would "infect" the region with effects all the way to Italy.

Despite 40 years of CIA subversion, Italy still has a labor movement. Seeing a social democratic government succeed in Chile would send the wrong message to Italian voters. Suppose they get funny ideas about taking control of their own country and revive the workers' movements the CIA undermined in the 1940s?

US planners from Secretary of State Dean Acheson in the late 1940s to the present have warned that "one rotten apple can spoil the barrel." The danger is that the "rot"-social and economic development-may spread.

This "rotten apple theory" is called the domino theory for public consumption. The version used to frighten the public has Ho Chi Minh getting in a canoe and landing in California, and so on.
Maybe some US leaders believe this nonsense- it's possible-but rational planners certainly don't. They understand that the real threat is the "good example."

Sometimes the point is explained with great clarity. When the US was planning to overthrow Guatemalan democracy in 1954, a State Department official pointed out that "Guatemala has become an increasing threat to the stability of Honduras and El Salvador. Its agrarian reform is a powerful propaganda weapon: its broad social program of aiding the workers and peasants in a victorious struggle against the upper classes and large foreign enterprises has a strong appeal to the populations of Central American neighbors where similar conditions prevail."

In other words, what the US wants is "stability," meaning security for the "upper classes and large foreign enterprises." If that can be achieved with formal democratic devices, OK. If not, the "threat to stability" posed by a good example has to be destroyed before the virus infects others.

That's why even the tiniest speck poses such a threat, and may have to be crushed.

***

from the book What Uncle Sam Really Wants, published in 1993
Odonian Press