Δημοφιλείς αναρτήσεις

Προς Αναγνώστη Καλωσόρισμα και μια εξήγηση

Αγαπητέ αναγνώστη, καλώς όρισες στα μέρη μας, μπορείς να ξεκουραστείς λίγο εδώ, δεν έχουμε θέματα που λειτουργούν σαν ενοχλητικές μυίγες, εδώ θα βρεις κάποια κείμενα ποίησης ή πεζά, κείμενα φιλοσοφίας, αρχαίου ελληνικού λόγου, κείμενα γραμμένα στις πιο γνωστές ευρωπαϊκές γλώσσες, (μια καλή μετάφραση εκ μέρους σου θα ήταν ευπρόσδεκτη) που μου έκαναν εντύπωση, αν κι εσύ βρεις κάτι, πολύ ευχαρίστως θα το δημοσιεύσω αν είναι κοντά σ'αυτά που αποτελούν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα αυτού του μπλόγκ. Επίσης η Τέχνη αποτελεί κεντρική θέση όσον αφορά στις δημοσιεύσεις αυτού του ιστότοπου, αφού η πρωταρχική μου ενασχόληση από εκεί ξεκινά κι' εκεί καταλήγει. Φανατικά πράγματα μην φέρεις εδώ, δεν είναι αυτός ο τόπος, φτηνές δημαγωγίες επίσης εξαιρούνται, σκέψεις δικές σου, γνήσιες, προβληματισμούς δικούς σου, πολύ ευχαρίστως, ανακύκλωση εκείνου του χαώδους, όπου σεύρω κι όπου μεύρεις, δεν το θέλω. Οι καλές εξηγήσεις κάνουν τους καλούς φίλους. Εύχομαι καλή ανάγνωση.

σημ: κάθε κείμενο μπορεί να αναδημοσιευτεί ελεύθερα φτάνει να αναφέρεται οπωσδήποτε
η πηγή του, δηλ, η ονομασία του μπλόγκ μου.
Σας ευχαριστώ για την κατανόηση!







Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

Ιταλική ποίηση - Πιερ Πάολο Παζολίνι





Το λαϊκό τραγούδι  ( Il canto popolare )

Απροσδόκητο  το χίλια εννιακόσια πενήντα δύο  πάνω απ ΄ την Ιταλία περνά
Μονάχα  ο λαός  το γνήσιο   αίσθημα κρατά :
ποτέ εκτός χρόνου, και το μοντέρνο δεν μπορεί να τον τυφλώσει, γιατί πάντα ο λαός  πιο μοντέρνος   είναι,
σε χωριά σκορπισμένος , σε περιφέρειες, με νέους ανθρώπους
 πάντα νέους – νέους στο παλιό τραγούδι –
να το λένε ξανά ,   όπως ήταν πρώτα  αληθινό.


Καίει γλυκά   του χρόνου ο πρώτος ήλιος
πάνω απ ΄ της πόλης τις στοές
της επαρχίας,  στα μέρη εκείνα που ,
ακόμα  από χιόνι γνωρίζουν , πάνω στα κοπάδια των Απεννίνων:  στις βιτρίνες των κέντρων
τα νέα χρώματα των ρούχων, οι νέες φορεσιές
όπως  σε φωτιές  καθάριες
 λένε πόσο ξανανιώνει  ο κόσμος σήμερα , καθώς καινούριες  χαρές  σηκώνονται…

Α, εμείς που ζούμε σε μια γενιά μόνο,  κάθε
γενιά που έζησε δω, σ΄αυτούς  εδώ τους τόπους  τώρα πια που  ξέπεσαν , πώς να σκεφτούμε  άλλονε  που ζει την ιστορία σαν παραμύθι
και  ζει καθάρια, κι όχι πέρα απ ΄ τη μνήμη της γενιάς του,  που μέσα της πάλλεται η ζωή  η δική του.

Στη ζωή, που είναι ζωή διότι έτσι στο μυαλό
μας την έχουμε πλασμένη,
για το πέρασμά μας από δω – και τώρα την ξεμάθαμε , άπληστοι να τη σώσουμε – περιμένει – τραγουδώντας ταπεινά,
κρυμμένος μες   στις συνοικίες μας
που δεν εγνώρισε ποτέ,  έτοιμος  απ ΄ τους παλιούς και νέους καιρούς – ο λαός:  σιωπά μέσα του ο άνθρωπος  η μοίρα.

Και  αν σε κείνους τους παλιούς καιρούς γυρίζουμε
και τόχουμε  προνόμιο, άλλοι χείμαρροι
του λαού ιδού τραγουδάνε:  τόχουμε κρατήσει το σχήμα  απ ΄ τον καιρό των πρώτων χρόνων του Χριστού
κι όμως πίσω μένει, ακίνητο, εκείνο το τραγούδι. και το λένε ίδια,
Στις βραδιές  γλόμποι   κι όχι  πια δάδες
 κι η γειτονιά   αλλοιώτικη δεν φαίνεται, δεν φαίνονται αλλιώτικα τα νέα παιδιά  ….

Ανάμεσα στα σκοτεινά περβόλια,  στον οκνό χλωμό ήλιο
Adalbertos komis kurtis!, τα παιδάκια
της Ιβρέας   στριγγλίζουνε, και  στις κοιλάδες
της Τοσκάνης, με τσιριξιές  χελιδονιών:
Hor atorno fratt HelyaTη θεία βία επάνω στις
σκληρές καρδιές ο κλήρος
σπρώχνει , αγροίκος, και νήπια άγρια    τους κρατά  στο φέουδο της επαρχίας  , αυτοκρατορία του θεού:  Και ο λαός τραγουδά.

Ένα μεγάλο κονσέρτο από σκαρπέλα
επάνω στο Καπιτώλιο  ακούγεται,, επάνω στα νέα Απέννινα,
επάνω στα χωριά τα ασπρισμένα από τις ΄Αλπεις, γιγαντώνοντας τη πέτρα του τραβερτίνο στο νέο χώρο όπου ο  ΄Ανθρωπος  ελευθερώνεται : κι ο εργάτης « Πού ήσουνα ψές βράδυ…..»  Dov'andastà
    jersera... τραγουδά, με την ψυχή σπαταλημένη   στον  δικό του γοτθικό  κόσμο. Ο κόσμος σκλαβιά μένει στον λαό. Και ο λαός τραγουδά.

Μαθαίνει ο αστός από γεννησιμιού του το
«Αυτό θα γίνει», ( Ca ira …), κι αναριγά μέσα στον  ναπολεόντειο αέρα μπροστά στον ύμνο του Δέντρου της Ελευθερίας,
τρέμουν τα νέα  των εθνών χρώματα.
Μα, σκύλος πεινασμένος ο εργάτης, τ ΄ αφεντικά του διαφεντεύει, κι  άγρια τραγουδά
Γκουαλιούνε ,  μάλα βίτα!  κοπάδια ανήμερα. Η λευτεριά  φωνή δεν έχει για τη σκυλίσια φτώχεια. Κι ο λαός τραγουδά.

Παιδί  του λαού που τραγουδάς ,
εδώ στη Ρεμπίπια, επάνω στην άθλια όχθη
του Ανιένε το νέο τραγουδάκι, παινεύεσαι  ειν   ΄ αλήθεια, τραγουδώντας  την αρχαία, γιορτή μες την απλή σου την τη ζεστή καρδιά.
 Όμως εσύ ποια σιγουριά σκληρή μαζεύεις  την ώρα που την πλερωμή σου παίρνεις , ανάμεσα σε άξεστες
παράγκες κι ουρανοξύστες, χαρούμενο  σπέρμα στην καρδιά του θλιβερού  κόσμου του λαού.


Μέσα στην  ασυνειδησία σου υπάρχει η συνείδηση
 που η ιστορία μέσα σου θέλει, αυτή η ιστορία
που  για τον ΄Ανθρωπο πια δεν έχει παρά τη  βία
των αναμνήσεων, όχι την μνήμη την ελεύθερη
Κι ύστερα , ίσως δεν έχει να διαλέξει άλλο δρόμο,  απ ΄ το να δώσει στη δίψα του για δίκιο
τη δύναμη της  ευτυχίας της δικιάς του,
και  στο φως  μιας εποχής  που αρχινά, το φως μιας ύπαρξης που δεν γνωρίζει τον εαυτό της.
1952 - 53

Μτφρ: Νεοκλής Κυριάκου

Il canto popolare

    
    Improvviso il mille novecento
    cinquanta due passa sull'Italia:
    solo il popolo ne ha un sentimento
    vero: mai tolto al tempo, non l'abbaglia
    la modernità, benché sempre il più
    moderno sia esso, il popolo, spanto
    in borghi, in rioni, con gioventù
    sempre nuove - nuove al vecchio canto -
    a ripetere ingenuo quello che fu.
    
    Scotta il primo sole dolce dell'anno
    sopra i portici delle cittadine
    di provincia, sui paesi che sanno
    ancora di nevi, sulle appenniniche
    greggi: nelle vetrine dei capoluoghi
    i nuovi colori delle tele, i nuovi
    vestiti come in limpidi roghi
    dicono quanto oggi si rinnovi
    il mondo, che diverse gioie sfoghi...
    
    Ah, noi che viviamo in una sola
    generazione ogni generazione
    vissuta qui, in queste terre ora
    umiliate, non abbiamo nozione
    vera di chi è partecipe alla storia
    solo per orale, magica esperienza;
    e vive puro, non oltre la memoria
    della generazione in cui presenza
    della vita è la sua vita perentoria.
    
    Nella vita che è vita perché assunta
    nella nostra ragione e costruita
    per il nostro passaggio - e ora giunta
    a essere altra, oltre il nostro accanito
    difenderla - aspetta - cantando supino,
    accampato nei nostri quartieri
    a lui sconosciuti, e pronto fino
    dalle più fresche e inanimate ère -
    il popolo: muta in lui l'uomo il destino.
    
    E se ci rivolgiamo a quel passato
    ch'è nostro privilegio, altre fiumane
    di popolo ecco cantare: recuperato
    è il nostro moto fin dalle cristiane
    origini, ma resta indietro, immobile,
    quel canto. Si ripete uguale.
    Nelle sere non più torce ma globi
    di luce, e la periferia non pare
    altra, non altri i ragazzi nuovi...
    
    Tra gli orti cupi, al pigro solicello
    Adalbertos komis kurtis!, i ragazzini
    d'Ivrea gridano, e pei valloncelli
    di Toscana, con strilli di rondinini:
    Hor atorno fratt Helya! La santa
    violenza sui rozzi cuori il clero
    calca, rozzo, e li asserva a un'infanzia
    feroce nel feudo provinciale l'Impero
    da Iddio imposto: e il popolo canta.
    
    Un grande concerto di scalpelli
    sul Campidoglio, sul nuovo Appennino,
    sui Comuni sbiancati dalle Alpi,
    suona, giganteggiando il travertino
    nel nuovo spazio in cui s'affranca
    l'Uomo: e il manovale Dov'andastà
    jersera... ripete con l'anima spanta
    nel suo gotico mondo. Il mondo schiavitù
    resta nel popolo. E il popolo canta.
    
    Apprende il borghese nascente lo Ça ira,
    e trepidi nel vento napoleonico,
    all'Inno dell'Albero della Libertà,
    tremano i nuovi colori delle nazioni.
    Ma, cane affamato, difende il bracciante
    i suoi padroni, ne canta la ferocia,
    Guagliune 'e mala vita! in branchi
    feroci. La libertà non ha voce
    per il popolo cane. E il popolo canta.
    
    Ragazzo del popolo che canti,
    qui a Rebibbia sulla misera riva
    dell'Aniene la nuova canzonetta, vanti
    è vero, cantando, l'antica, la festiva
    leggerezza dei semplici. Ma quale
    dura certezza tu sollevi insieme
    d'imminente riscossa, in mezzo a ignari
    tuguri e grattacieli, allegro seme
    in cuore al triste mondo popolare.
    
    Nella tua incoscienza è la coscienza
    che in te la storia vuole, questa storia
    il cui Uomo non ha più che la violenza
    delle memorie, non la libera memoria...
    E ormai, forse, altra scelta non ha
    che dare alla sua ansia di giustizia
    la forza della tua felicità,
    e alla luce di un tempo che inizia
    la luce di chi è ciò che non sa.
    
    1952-53





Σύγχρονη κυπριακή πεζογραφία    

ΛΕΎΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ                                


 Η ΚΗΔΕΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ   ( πρώτο σχεδίασμα )


                                                                      Στο στήθος μου η πληγή ανοίγει πάλι
                                                                                                 Γιώργος Σεφέρης

Ήταν Σεπτέμβριος του 1971. Πήγε στο περίπτερο κι αγόρασε μια εφημερίδα. Είδε τι ώρα θα γινόταν η κηδεία κι επέστρεψε στο διαμέρισμα.  Σκεφτόταν τι να κάνει, αν έπρεπε κα κατέβει Αμερικής, στη φοιτητική ένωση των Κυπρίων.
     Πήρε το λεωφορείο από την Πλατεία Αγίου Θωμά. Τι θα τους έλεγε, πώς θα αντιδρούσαν κι αν θα δεχόντουσαν να κάνουν κάτι. Μια ανακοίνωση για τη σχέση του με το νησί ή τέλος πάντων να στείλουν ένα στεφάνι. Και γιατί να τον ακούγανε σε ό,τι θα τους έλεγε. Ο ποιητής είχε κάνει μια δήλωση κι όποια κίνηση των φοιτητών θα προκαλούσε ίσως την αντίδραση της υπηρεσίας αλλοδαπών. Άλλο κράτος εμείς άλλο αυτοί εδώ και τρέχα γύρευε να βρεις άκρη στο νήμα της Αριαδνής και στις πολιτικές συνέπειες.
   Κατέβηκε στην Ακαδημίας. Απέναντι το άγαλμα του Κωστή Παλαμά, πίσω η Εθνική Βιβλιοθήκη και το Πανεπιστήμιο. Παντού αστυνομικοί, μια πόλη στους καθημερινούς ρυθμούς της. Κατέβηκε Πανεπιστημίου και περπάτησε για λίγο κι έστριψα Αμερικής. Ανέβηκε στα γραφεία της Εθνικής Φοιτητικής Ένωσης Κυπρίων και ζήτησε να δει κάποιον του συμβουλίου. Τον οδήγησαν σε ένα γραφείο.
--Ναι, τι θέλετε; Να σας εξυπηρετήσουμε.
--Σήμερα θα γίνει στην Πλάκα η κηδεία του ποιητή. Ξέρετε, αγαπούσε την Κύπρο. Έγραψε και ποιήματα για το νησί και πρέπει να κάνουμε κάτι. Ένα ψήφισμα ή να στείλετε ένα στεφάνι.
-- Είναι πολιτικό το θέμα και θα το εκμεταλλευτούν οι επιτήδειοι. Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι τέτοιο. Δεν είναι άλλωστε στις αρμοδιότητές μας και δεν αφορά το εθνικό μας θέμα.
     Τους χαιρέτησε κι έφυγε. Πήρε την Πανεπιστημίου κι έφτασε στο Σύνταγμα. Μπροστά στο Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη και απέναντι στο πεζοδρόμιο αστυνομικοί. Δίστασε για μια στιγμή, θα τον άφηναν να προχωρήσει; Και ποια διαδρομή θα έπρεπε να ακολουθήσει; Τελικά προχώρησε προς τα ανθοπωλεία στη Βασιλίσσης Σοφίας. Στο πρώτο απ’ αυτά ζήτησε ένα στεφάνι. Ο ανθοπώλης τον ρώτησε:
--Είναι για τον ποιητή; Τι να γράψω στην κορδέλα;
Σκέφτηκε λίγο και τον ρώτησε:
--Πὀσο θα στοιχίσει; Θα γράψετε λίγα λόγια.
-- Φοιτητής είσαι; Δεν θα χρεώσω περισσότερα.
--Ναι. Ένα στίχο του. ‘ Όλα τ’ αλέθουν οι μυλόπετρες και γίνονται άστρα’. Και στο κάτω μέρος ‘Κύπριοι φοιτητές’.
-- Από την Κύπρο, ε;  Όλο προβλήματα έχετε. Ήταν κι ο γιος μου στη Μεραρχία και τους έφεραν πίσω πριν από τρία χρόνια. Τι θα γίνει μ’ αυτό το νησί, το έχουνε ζώσει φίδια.
     Πήρε ένα στεφάνι και μπήκε στο ανθοπωλείο να φτιάξει την κορδέλα. Κάτι τον ρώτησε για το χρώμα των γραμμάτων και σε λίγο με το στεφάνι στο [’να] χέρι προχώρησε προς τον Άγνωστο και περίμενε να διασταυρώσει. Διέσχισε τη Λεωφόρο Αμαλίας κι οι αστυνομικοί κοιτούσαν ανέκφραστα. Περίμενε να τον σταματήσουν κι αγωνιούσε γιατί δεν είχε μαζί του την ταυτότητα του κέντρου αλλοδαπών. Κατέβηκε τα σκαλοπάτια και βρέθηκε στην πλατεία.
   Πήρε τη Φιλελλήνων κι ακολούθησε το ρεύμα των λεωφορείων. Σε λίγα λεπτά έφτασε στην οδό Κυδαθηναίων στην Πλάκα. Ρώτησε σ’ ένα περίπτερο στη γωνία προς τα πού έπεφτε η εκκλησία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Σ’ αυτήν είχε γίνει ο γάμος του ποιητή προτού φύγει με την ελληνική κυβέρνηση τον Απρίλιο του 1941 στην Κρήτη και  στην Αίγυπτο. Προχώρησε λίγο ακόμη. Τα πεζοδρόμια και οι γύρω πάροδοι ασφυκτικά γεμάτοι κόσμο , κυρίως νέους. Όταν έφτασε έξω από στην εκκλησία το ίδιο, όπως και στην στο προαύλιο. Ένιωσε κάπως αμήχανα με το στεφάνι στο χέρι. Προχωρούσε με δυσκολία. Παραμέριζαν ο κόσμος κι άνοιγαν διάδρομο, ώσπου έφτασε στην είσοδο και μπήκε με δυσκολία στην εκκλησία. Το φέρετρο στο βάθος. Πώς έφτασε μπροστά στο σκήνωμα του ποιητή, πώς έφυγε το στεφάνι από τα χέρια του και βρέθηκε μαζί με τα λίγα στεφάνια δεν μπορούσε να πει με σιγουριά. Ό,τι ακολούθησε ήταν στιγμές μεγάλης σιγκίνησης. Μόλις τέλειωσε η νεκρώσιμη  ακολουθία ακούστηκε μια φωνή κοντά στην είσοδο: ‘Αθάνατος’ και ο κόσμος την επανέλαβε κι άρχισε να τραγουδάει ‘Στο περιγιάλι το κρυφό’. Κι ύστερα το ‘Πότε θα  κάνει ξαστεριά’. Η έξοδος της σορού από την εκκλησία, τα χειροκροτήματα του πλήθους που τραγουδούσε τον Εθνικό Ύμνο μέσα στο δειλινό της Αττικής.[αττικό δείλις] ήταν κάτι το ανεπαλάληπτο.
    Το φέρετρο τοποθετήθηκε σε αυτοκίνητο, ακολουθούσαν νέοι κρατώντας τα στεφάνια κι η πομπή  ξεκίνησε για το Α΄ Νεκροταφείο.  Κυδαθηναίων, Φιλελλήνων, λεωφόρος Αμαλίας, Αθανασίου Διάκου και Αναπαύσεως. Αστυνομικές δυνάμεις, με στολή και πολιτικά, γύρω από τον ναό της Σωτήρας,  σε όλη τη διαδρομή και μπροστά στο Α’ Νεκροταφείο. Ήταν μια στιγμή στην πορεία που την κράτησε στη μνήμη του όλα τα χρόνια αργότερα. Είχε φτάσει  η πομπή μπροστά στην Πύλη του Αδριανού. Αυτό το φως του απογεύματος και το πλήθος που τραγουδούσε τους στίχους του ποιητή και τα συνθήματα για την ελευθερία. Ήταν οι φωνές νέων, από κορίτσια και αγόρια. Ενώνονταν σε μιαν αξεδιάλυτη φωνή μελωδική, σαν να μην ήταν σε κηδεία όλος αυτός ο κόσμος. Κι οι αχτίνες του ήλιου του απογεύματος όπως έπεφταν στην Πύλη του Αδριανού και στα πρόσωπα. Οι νέοι που κρατούσαν τα στεφάνια κι ο αργός βηματισμός τους. Η πομπή σταμάτησε κι ο κόσμος χιλιάδες  άρχισαν να τραγουδάνε ‘‘Το περιγιάλι το κρυφό’’. Στο βάθος πίσω η Ακρόπολη και τα τρόλει και τα λεωφορεία περίμεναν να συνεχίσει η πομπή προς την Αναπαύσεως. Βρέθηκε κοντά στη σωρό του ποιητή, αυτοί που παράστεκαν δεξιά κι αριστερά της σωρού κι ανάμεσά τους ο Στρατής Τσίρκας. Λίγο πιο πίσω οι νέοι με τα στεφάνια σε δυο σειρές. Θα ήταν κι αυτό των Κυπρίων φοιτητών. Ποιος θα το κρατούσε; Η πομπή ξεκίνησε πάλι. Αριστερά οι Στήλες του Ολυμπίου Διός.
     Μπροστά στην είσοδο του Α΄ Νεκροταφείου, όπου έφτασαν λίγο μετά τις πέντε, ένστολοι αστυνομικοί παραταγμένοι δεξιά και αριστερά κι ο κόσμος σχηματίζοντας το σήμα της νίκης με τα χέρια υψωμένα επαναλάμβανε ρυθμικά ‘Α-θά-να-τος’, ‘Ε-λευ-θε- ρία’, ‘Δη-μο-κρα-τί-α’. Δεν θυμάται πόση ώρα χρειάστηκε για να μπει στο νεκροταφείο, νέοι και νέες περνούσαν σιγά σιγά μέσα τραγουδώντας τους στίχους του ποιητή. Αυτό το απόγευμα του Σεπτεμβρίου με τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου και τα μάρμαρα να λάμπουν ήταν μια ανεπανάληπτη μάζωξη των νέων κάτω από τον ουρανό της Αττικής. Κανείς δεν έφευγε, όλοι θέλανε  να φτάσουνε στον τάφο του ποιητή. Πλάι του ήταν ο Στέφανος, συμφοιτητής και φίλος, από την Κωνσταντινούπολη, πρόσφυγας μετά τα γεγονότα στην Κύπρο τον Δεκέμβριο του 1963, και τώρα ζούσε  στην Κρήτη. Μέσα στον συνωστισμό άρχισε να τον ρωτάει για τις ‘Δοκιμές’ του ποιητή, έκδοση Φέξη:
-Θα το κρατήσω ως την άλλη βδομάδα το βιβλίο.
-Όσο καιρό το χρειάζεσαι, όσο καιρό θες.
-Δύσκολο να φτάσουμε στον τάφο. Όλα τα παιδιά θέλουν να πάρουν κάτι , ένα λουλούδι μαζί τους. Οι μπάτσοι τα χάσανε, δεν περίμεναν τόσος κόσμος να κατέβει ως εδώ.
-  Μα πώς να μην έρθει χιλιάδες κόσμος, μαθητές και φοιτητές. Κι αυτά που είπε στη δήλωσή του για τον γκρεμό που έβλεπε μπροστά του…
 - Είναι και η Κύπρος πίσω απ’ αυτή την κουβέντα του. Δεν είδες τι έκαναν οι αστυνομικοί όταν έφτασαν οι νέοι με τα στεφάνια;
- Όχι, τι έγινε;
-Τους πήραν τα στεφάνια. Ήθελαν να αποφύγουν τους ξένους δημοσιογράφους για όσα έγραφαν οι πολιτικοί κρατούμενοι σ’ αυτά. Μέσα στη σύγχυση που προκλήθηκε ένας τράβηξε την κορδέλα από το στεφάνι κι ένας άλλος φοιτητής  με καστανά γένια πήγε και τράβηξε κι αυτός την κορδέλα από το δικό του στεφάνι.
    Πέρασε αρκετή ώρα. Είχε πλησιάσει στον τάφο. Νέοι και νέες προσπαθούσαν να πάρουν ένα λουλούδι. Έχασε τον Στέφανο μέσα στο στριμωξίδι. Πήρε κι αυτός ένα κόκκινο γαρίφαλο και με δυσκολία πήρε την κατεύθυνση προς την είσοδο. Κάποιοι ψιθύριζαν ένα τραγούδι. Όλοι κρατούσαν από ένα λουλούδι στο χέρι.

    Από την Αναπαύσεως έφτασε στη Βασιλίσσης Αμαλίας. Στην Πλατεία Συντάγματος νέοι που μόλις είχαν φύγει από το Α΄ Νεκροταφείο. Και ένστολοι αστυνομικοί παραταγμένοι. Όπως κατέβαινε την Πανεπιστημίου με το γαρίφαλο στο ένα χέρι για να πάρει το λεωφορείο, θυμήθηκε τι του είχε πει ο Στέφανος προτού τον χάσει μέσα στο πλήθος.
 - Για το δράμα αυτού του τέλους και να μην βρεθεί στην ανάγκη να ξαναμιλήσει, φαίνεται ότι εννοούσε το νησί. Και το ποίημα με τις γάτες στο μοναστήρι, νομίζω, συνδέονται άμεσα. Τέτοιο καημό για την Κύπρο δεν έχω συναντήσει σε άλλο λογοτέχνη.

     Πήρε το λεωφορείο για τους Αμπελόκηπους την ώρα που μια σάλπιγγα χρυσή και ρόδινη˙ το δείλι έπεφτε πάνω στην Αθήνα. Σκεφτόταν τον νέο που έτρεξε και πήρε την κορδέλα από το στεφάνι που του είχαν πάρει οι αστυνομικοί. Κι αυτό θα το μάθαινε αργότερα, σαράντα τόσα χρόνια μετά, σε μια καφετέρια στο Μοναστηράκι. Ήταν ο φίλος ποιητής Με το τρομπόνι και το μεγάλο του καπέλο. Κουβέντιαζαν, ήτανε κι ένας άλλος φίλος στην παρέα. Δεν θυμόταν πώς το ’φερε η κουβέντα κι ο φίλος με το φαρδύ καπέλο ανάφερε πως κρατούσε ένα από τα στεφάνια στην κηδεία του ποιητή. Άρχισε κι ο Κύπριος την αφήγηση για το στεφάνι που είχε αγοράσει από το ανθοπωλείο στο Σύνταγμα, τι έγραφε πάνω στην κορδέλα και τι σύμπτωση. Τόσα χρόνια φίλοι γκαρδιακοί και δεν γνώριζαν αυτή τη συνάντηση στην εκκλησία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στην Πλάκα και πως το στεφάνι των Κυπρίων το κρατούσε ο ποιητής με το τρομπόνι και το φαρδύ καπέλο. Και πως είχε φυλάξει την κορδέλα από τότε. Όταν επέστρεψε στο ξενοδοχείο ο φίλος τού τηλεφώνησε και του διάβασε αυτά που υπαγόρευσε στον ανθοπώλη να γράψει στο στεφάνι στις 22 Σεπτεμβρίου 1971 στην Αθήνα, μέρα Τετάρτη.