Δημοφιλείς αναρτήσεις

Προς Αναγνώστη Καλωσόρισμα και μια εξήγηση

Αγαπητέ αναγνώστη, καλώς όρισες στα μέρη μας, μπορείς να ξεκουραστείς λίγο εδώ, δεν έχουμε θέματα που λειτουργούν σαν ενοχλητικές μυίγες, εδώ θα βρεις κάποια κείμενα ποίησης ή πεζά, κείμενα φιλοσοφίας, αρχαίου ελληνικού λόγου, κείμενα γραμμένα στις πιο γνωστές ευρωπαϊκές γλώσσες, (μια καλή μετάφραση εκ μέρους σου θα ήταν ευπρόσδεκτη) που μου έκαναν εντύπωση, αν κι εσύ βρεις κάτι, πολύ ευχαρίστως θα το δημοσιεύσω αν είναι κοντά σ'αυτά που αποτελούν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα αυτού του μπλόγκ. Επίσης η Τέχνη αποτελεί κεντρική θέση όσον αφορά στις δημοσιεύσεις αυτού του ιστότοπου, αφού η πρωταρχική μου ενασχόληση από εκεί ξεκινά κι' εκεί καταλήγει. Φανατικά πράγματα μην φέρεις εδώ, δεν είναι αυτός ο τόπος, φτηνές δημαγωγίες επίσης εξαιρούνται, σκέψεις δικές σου, γνήσιες, προβληματισμούς δικούς σου, πολύ ευχαρίστως, ανακύκλωση εκείνου του χαώδους, όπου σεύρω κι όπου μεύρεις, δεν το θέλω. Οι καλές εξηγήσεις κάνουν τους καλούς φίλους. Εύχομαι καλή ανάγνωση.

σημ: κάθε κείμενο μπορεί να αναδημοσιευτεί ελεύθερα φτάνει να αναφέρεται οπωσδήποτε
η πηγή του, δηλ, η ονομασία του μπλόγκ μου.
Σας ευχαριστώ για την κατανόηση!







Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2016

Δεν μ΄ αρέσει η ακατανόητη τέχνη. Δεν μ΄αρέσει να βγάζεις τα σώψυχά σου όταν γράφεις. ξεκαθάριστο χριστιανέ μου το θέμα σου κι ύστερα το παρουσιάζεις στο κοινό. Κανένας δεν σε βιάζει, μήπως σε τρέχει η μάνα σου από πίσω, για να φάς το φαί σου;
Εμείς, οι αναγνώστες, περιμένουμε, κάτι καλό, περιποιημένο, δεν θέλουμε βιαστικά πράματα, ασύντακτα, δίχως ειρμό, σκέψη καθαρή και λόγο εύληπτο...

Σάββατο, 25 Ιουλίου 2015


 

Έγειρα στη saiz-long για λίγο. Τοποθέτησα τα πόδια μου πιο ψηλά κι έκλεισα τα μάτια.

Ψηλά το φεγγάρι λειψό και κάθετο τραβούσε το βλέμμα επάνω. Δεν ξέρω πώς μου κατέβηκε η σκέψη αυτή. Να συγχωρέσω λέει όλους αυτούς που μέχρι τώρα μου έκαναν κάτι, ή που νόμιζα ότι μου έκαμαν κάτι, ή που φανταζόμουνα πως μου έκαναν κάτι. Δοκιμαστικά βέβαια, δίχως δεσμεύσεις, διότι αύριο θα μπορούσα πάλι να τους ξαναμισήσω, να τους ξαναβάλω στο στόχαστρο, στον μαυροπίνακα. Ξεκίνησα λοιπόν και διέγραφα, έτσι σαν εικόνες, έβαζα Χ, και προχωρούσα, ανακάλυψα πως δε ήταν και λίγοι όσοι κάτι μου έκαναν ως τώρα, και τους μισούσα τους είχα σημειωμένους με κόκκινη μελάνη.

Ακόμα κι εκείνη την απαίσια γυναίκα στο νοσοκομείο όπου έκανα εγχείρηση και μου έφερε μια φέτα με μαρμελάδα δίχως μαργαρίνη ή βούτυρο από κάτω να δένει η γεύση. Ή την άλλη την καθαρίστρια στην Ιταλία, που καθάρισε τον διάδρομο της σχολής και μόλις με είδε, ξένον όντα μου έβαλε τις φωνές από μακριά, να μην της λερώσω τα μάρμαρα. Νόμισα πως ήταν δυο τρεις, αλλά μόλις άρχισα να διαγράφω, φαίνεται με αντελήφθησαν επί τούτου, έτρεξαν όλες να συγχωρεθούν, και δεν ήταν ολίγες. Κάθε φορά που διέγραφα μία, ηρεμούσα, κάτι σαν κομπολόϊ, ερχόταν η επόμενη και πήγαινα γεμάτος ίλεως. Με τον αδελφό μου δυσκολεύτηκα λιγάκι, αλλά δεν γινότανε, έπρεπε όλοι να διαγραφούν, να φύγουν να ησυχάσω. Εκείνος ο θαλαμοφύλακας στο στρατό, στη Νεάπολη, που όταν έφευγε, απολυόταν, αντί να μου δώσει τη θέση ως αρχαιότερου, την έδωσε στον Χριστάκη, τον παντρεμένο τον γκομενιάρη, έτσι γιατί ήτανε ζηλιάρης. Κι είτανε και δάσκαλος. Μια ζωή πεθυμούσα να δω τη φάτσα του, κάπου να τον συναντήσω, να επανεξετάσω τα αισθήματά μου.τίποτα,έτσι βαρέθηκα κι εγώ, και τώρα, ερήμην του τα συγχωρώ όλα. Έπειτα εκείνο το σκουλήκι ο συγκάτοικος, επειδή η γκόμενα δεν του στάθηκε δεύτερη φορά, για να εκδικηθεί κάλεσε την αστυνομία σπίτι όπου τις φιλοξενούσα να ελέγξει ότι δήθεν δεν είχαν άδεια διαμονής. Και τόκανε με μια φυσικότητα, σαν να ήτανε η πιο κανονική πράξη της ζωής του. Κι ο άλλος που δεν με θυμήθηκε ότι δούλευα κοντά του, ο αγιογράφος στην αθήνα, τέλοσπάντων δεν ξέρω αν ισχύουν αυτά αφού έχει ήδη «συγχωρεθεί» από καιρό. Ουφ, τελείωσα, τώρα όμως που τα γράφω ήρθαν κι άλλες αναμνήσεις, φαίνεται πως αυτές που συγχωρέθηκαν πήγαν και τις βρήκαν και τους το ανακοίνωσαν, τρέξετε, αυτός μουρλάθηκε, δίνει συγχώριο σε όλους, μην αργείτε, προλάβετέ τον. Μέχρι τον μουχτάρη του χωριου έφτασα που με πλήγωσε μικρό παιδί που είμουνα, προβάλλοντάς μου το μπαστούνι για να με κάνει τάχατες να καταπιώ καθώς είχα το στόμα γεμάτο και δυσκολευόμουν να μασήσω. Είναι αλήθεια τον έπιασα μεγάλο άχτι, κι ύστερα όταν έμαθα πως βασανίστηκε πριν πεθάνει, μαλάκωσα λιγάκι, αλλά μόνο τώρα του έδωκα πλήρη άφεση. Θάρθουνε κι άλλοι το ξέρω δεν θα μείνω ως εδώ. ας έρθουνε, δεν νομίζω να τους αρνηθώ την πλήρη συγχώρεση, αισθάνομαι ότι ηρέμησα και ησύχασα τελείως πλέον, τι στοιχίζει να διαγράψεις απ΄τη λίστα μέσα σου κάθε ένα που σε πλήγωσε κάποτε, μήπως ήταν η κακιά στιγμή, μήπως ούτε που το σκέφτηκε πως θα σε πλήγωνε, μήπως τίποτα δεν έκανε, κι εσύ σε μια κατάσταση μεγάλης ευαισθησίας έτσι το είδες; Βέβαια είπαμε, να μην το παραξηλώνουμε κι όλας, δοκιμαστικά είν΄όλ΄αυτά, δεν θα γίνουμε κι απ΄τη μια στιγμή στην άλλη άγιοι! Σήμερα έτσι, αύριο αλλοιώς!

 

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

Μικρές αναμνήσεις απ΄το χωριό

περπατώντας μου έρχονται πράματα στο μυαλό. Καλύτερα να πω ποδηλατώντας βέβαια για να ακριβολογώ. Όμως και στα καλά καθούμενα γίνεται το ίδιο. Όταν λέω πράματα, στην προκειμένη περίπτωση, θέλω να πω τις λέξεις τις παλιές, της παιδικής ηλικίας, στο χωριό, στο παλιό μας πατρικό σπίτι, το μακρυνάρι της ψυχής μου, εκεί εννοώ, με επίκεντρο τη μάννα μου, που ήταν ο ζωοδότης της γλώσσας που άκουα. Σίγουρα, ήταν η γλώσσα όλου του χωριού, αλλά αφού στον καφενέ δεν πηγαίναμε συχνά, χαρτιά δεν παίζαμε, περισσότερο ακούγαμε σπίτι τις ομιλίες των ανθρώπων, αλλά και γύρω μας, στη γειτονιά, τα παιδιά μεταξύ μας. Και στην πόλη βέβαια που πηγαίναμε σχολείο, και στην εκκλησία. Αν και μου έχουν έρθει πολλές φορές, σήμερα αποφάσισα πως πια δεν γίνεται πρέπει να δίνω αναφορά στον εαυτό μου, να τις γράφω κάτω, κι ό,τι θέλει ας γίνει. Όχι γιατί πρόκειται για σπάνιες, δυσκολοεύρετες λέξεις, απλώς για μένα έχουν την προσωπική σημασία, όπως κάποια πράγματα του σπιτιού, κάποια ενθύμια που τ΄αγγίζεις και σε παίρνουν πίσω στο παρελθόν σου. Το παρελθόν σου είναι η ζωή σου. Το παρόν σου είναι το άθροισμα όλων εκείνων των βιωμάτων  και αναμνήσεων που επέζησαν συν την εμπειρία  της  στιγμής, που μέχρι να γίνει μνήμη, χρειάζεται κι αυτή  τον καιρό  της και το χρόνο της ζύμωσής  της, το σμίξιμό της με όλες τις άλλες, εκεί βέβαια που ταιριάζει, που αρμόζει, κι έτσι κτίζεται η όλη μας  μνήμη, η ζωή μας, που τί  άλλο είναι εξόν από μνήμες και αρώματα που τις  ξυπνούν, γεύσεις που φέρνουν πίσω, ανακαλούν εικόνες που έφυγαν και τις ξαναζωντανεύει και   τις ξαναζυμώνει με το παρόν και πάει λέγοντας και τελειωμό δεν έχει....Όταν σου έρχονται αυτές οι λέξεις της παιδικής ηλικίας, οι κυπριακές, που σήμερα πάνε να εκλείψουν, είναι τόσο φορτισμένες με συγκίνηση γιατί μεταφέρουν όλο εκείνο τον κόσμο έστω και αποσπασματικά, μέσα τους, αλλά που στο σημερινό  γλωσσικό περιβάλλον φαίνονται τόσο ξένες, σαν ξένα πουλιά που ήρθαν ξαφνικά και κάθησαν κοντά στα άλλα που βόσκουν αμέριμνα και δικαιωματικά και θέλουν κι αυτά να τσιμπήσουν σποράκια, να αναμειχθούν, αλλά μάταια, ξέκοψαν και δεν ταιριάζουν πουθενά. Μου κάνουν τόση  εντύπωση, διότι αν τις πω μόνες τους, δεν κολλάνε πουθενά, αν τις απομονώσω σχεδόν ξεχνώ  τί σημαίνουν, είναι όμως σαν ήχοι δυνατοί, ατράντακτοι που απαιτούν με την παρουσία τους να σου πάρουν λίγο χρόνο και να ζήσουν έστω για κάποια λεπτά.... Ίσως είναι επισκέψεις νεκρών αγαπημένων, ποιος ξέρει, κι έρχονται μ΄αυτό τον τρόπο να μας ταράξουν τον ύπνο, και τον  λήθαργο που το όλο σύστημα προσπαθεί να μας ρίξει. Όχι βέβαια εμάς, εμείς πλέον δυναμώσαμε, και στεκόμαστε αταρακούνητοι στις σπρωξιές και τους βάρβαρους προπηλακισμούς, δεν μας κουνά πλέον  καμμία δύναμη, έχουμε ρίζες πολύ βαθειές. Σε μας είναι όπως τον αέρα, που ας  φυσά, και ας μανιάζει, τόσο το καλύτερο, ό,τι αδύνατο, ό,τι ξερό, κόβεται και φεύγει και παίρνουμε νέα δύναμη απ΄το  ταρακούνημα, και ριζώνουμε πιο βαθειά.΄Ηρθαν λοιπόν  σήμερα, οι λέξεις, βραμός, βραχτή, ο φράκτης δηλαδή, και η αυλή η περιφραγμένη.. 
Η βραχτή μας, ήταν μεγάλη. Χωρούσε τον κόσμον όλο. Για μας ήταν ο κόσμος όλος. Δεν ήταν βέβαια μεγάλη σε έκταση. Στο βορεινό μέρος ήταν ο τοίχος τους σπιτιού της θείας μας της Αθηνάς, που συνεχίζονταν σε χαμηλό φράκτη πετρόκιστο. Στο τέλος του πριν την γωνιά, είχαμε το κοτέτσι, που μια φορά, ήρθε μια αλεπού και μας έπνιξε  τις κότες. Εκεί, δίπλα θυμάμαι είχαμε και τη γουρουνίτσα και μεγάλωνε μέσα στη λάσπη της, για  τα Χριστούγεννα. Φράκτη εκεί αποτελούσε μια παπουτσοσυκιά( φραγκοσυκιά), που κάποτε η μάνα  μου είπε στο θείο μου το Μαθαίο και την κλάδεψε, την κατακρεούργησε δηλαδή, αλλά εμείς μικρά παιδάκια, δεν είχαμε καμιά δύναμη ούτε να αντισταθούμε ούτε να δείξουμε την διαφωνία μας. ΄Υστερα κάθετα ο φράκτης, που είτανε όλο παπούτσες πήγαινε προς  δυσμάς, και κάτω, σε ύψος δύο μέτρων ήταν το χωράφι της γειτόνισσας, θεός σχωρέσει την, ούτε τόνομά της πια δεν θυμάμαι. Το μόνο, ότι ύστερα ανήκε στον Φρίξο της Μερπούς που παντρεύτηκε την κόρη της. Εκεί, από κάτω  ψηλά, σκάψαμε ένα λαγούμι και καταφύγαμε, εγώ, η μάνα μου, και η   ανεψιά μου η Ελλάδα, όταν έγινε η  εισβολή και οι Τούρκοι για να μας τρομάξουν έρριχναν βόμβες μέσα στη λαγκαδιά κι αντιβούϊζε ο ποταμός και κλείναμε τ΄αυτιά μας να μην   κουφαθούμε...
Στο τέλος του φραμού  εκείνου, ξάνοιγε η θέα και αφού διένυε τις λεύκες  κάτω χαμηλά στο ποτάμι, κοντά στα σπίτια του τατά μου του Νεόφυτου, στην άλλη πλευρά του φαραγγιού, έφευγε και κατέληγε στον μαγικό κόλπο της Μας, στον κόλπο των κοραλλίων όπως τον λένε...
Εκεί ο φραμός έκανε  γωνία κάθετη και προχωρούσε προς νότο, χωρίζοντας την αυλή μας απ΄την αυλή της Ζωηρούς, που ήτανε πιο χαμηλά, πάλι με παπουτσοσυκιές. Ο μισός ήτανε παπουτσοσυκιές, κι ο  υπόλοιπος ήτανε ο  τοίχος του σπιτιού της Ζωηρούς, που νομίζω είχε μόνο μια  μικρή τρύπα, για  τον αέρα, ίσως και το φως, διότι ήτο ο πισινός τοίχος του σπιτιού που έβλεπε στην αυλή μας καθώς πλησιάζαμε στο δρόμο. Εκεί στο δρόμο, όταν γέρασε η Ζωηρού, και είχε πεθάνει πια ο Συμεός ο άντρας της, αν και όχι πολύ γριά, καθότανε και μοιρολογούσε, κι όταν πλησίαζε κάποιος στο δρόμο αυτή μεγάλωνε το μοιρολόϊ, και ήθελε παρέα και συντροφιά. Διότι ο Συμεός, ήτανε μεγάλος γητευτής  της γειτονιάς, και όλες οι γειτόνισσες, μαζεύονταν κάτω απ΄τον τρέμιχο ( μεγάλη τριμυθιά ) της Ζωηρούς  και τον ακουγανε που εξιστορούσε  ποιος ξέρει τι  ιστορίες που τις μάγευαν. Έφθινε σιγά σιγά, διότι μόνη   της πια δεν ήτανε τίποτα... Δεν θυμάμαι πότε πέθανε η αδελφή της η Μυριάνθη, που έμενε απέναντι απ΄το σπίτι  μας και την έσαζε η Ζωηρού, και ήτανε ας πούμε ένα ποσκόλιο. Η κόρη της η Ελένη είχε  φύγει από καιρό και ζούσε στην πόλη, και ο γιος της ο ΄Ομηρος κι εκείνος ήτανε   φευγάτος από χρόνια. ΄Ελεγαν πως αυτός κληρονόμησε το σπίτι ύστερα, που φρόντισε βέβαια και το πούλησε αμέσως σε κάποιους γερμανούς και έτσι πλέον άρχισε η αποξένωση σε κείνο το σημείο του χωριού που δεν ήτανε  και το μόνο. 

Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2014

Ο πολιτισμός γίνεται από όλους

΄Αρα, η ευδαιμονία, αν και λογίζεται ως ατομικό αγαθό, ( διότι όλα τελοσπάντων σε ατομικό επίπεδο καταλήγουν να συμβαίνουν), εν τούτοις είναι πασίδηλο πως πρόκειται για κοινωνικό αγαθό. Γίνεται δηλαδή και  πραγματοποιείται μέσα στην κοινωνία και όχι έξω απ΄αυτή. Ακόμα και αν κρυβόμαστε, το κάνουμε σε σχέση με την κοινωνία. Και από πού να κρυφτούμε; από τους άλλους; μια φορά, δυο φορές. Δεν μπορεί κανένας να ζει συνεχώς κρυμμένος. Η σκέψη κινείται προς εμάς είτε το θέλουμε είτε όχι. Εννοώ την κοινωνική σκέψη. Κανένας δεν μπορεί να αποδράσει απ΄το κοινωνικό αίσθημα. Κανένας δεν μπορεί να δραπετεύσει απ΄την κοινωνία μέσα. ΄Ολα γίνονται και κατορθώνονται, είτε το θέλουμε είτε όχι μέσα σ΄αυτή την φαντασιακή όπως την είπε ο Καστοριάδης, θέσμιση. Ανήκουμε σ΄αυτήν και μας ανήκει. Μας δημιουργεί και την δημιουργούμε ανά πάσα στιγμή. Και όταν δρούμε και όταν είμαστε αδρανείς. Διότι, όπως είπε και ο Ηράκλειτος, είτε κοιμούμεθα είτε εγρηγορούμε, είμαστε όλοι εργάτες σ΄αυτό που διαδραματίζεται γύρω μας. Υπεύθυνοι, είτε το καταλαβαίνουμε είτε όχι. Συμμέτοχοι, είτε το θέλουμε είτε όχι. ΄Αλλοι πρωταγωνιστές, άλλοι κομπάρσοι.Αλλά όλοι συμμέτοχοι. Ακόμα και με την υποταγή μας συμμετέχουμε στο καθημερινό προτσές της ιστορίας. Το ποτάμι του Ηράκλειτου, δεν σταματά να κυλά, και όλα συνεχώς ν΄αλλάζουν, να μεταβάλλονται, το ένα να εισχωρεί μέσα στο άλλο. Να αλληλεπιδρούν, να επηρεάζει το ένα το άλλο, να ζυμώνονται μέσα στο κοινό ζυμωτήρι, να δίνει και να παίρνει συνεχώς ο ένας απ΄τον άλλο. Αν απομονωθείς είσαι χαμένος, καμμία δύναμη δεν σε σώζει. Όλοι πρέπει να κυλάμε μέσα στον ποταμό, να αρδευόμαστε, όποιος κόψει έξω, είναι χαμένος μια για πάντα. Συμμέτοχοι λοιπόν, στο πλάσιμο της ζωής, συμμέτοχοι στο πλάσιμο του πολιτισμού. Ο πολιτισμός δεν είναι κάτι ξεκομμένο. Δεν είναι μονάχα οι τέχνες όπως μερικοί νομίζουν. Το κάθε τι, η κάθε πράξη εμπεριέχει ίχνη πολιτισμού. Ο πολιτισμός διεισδύει μέσα σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής. Δεν υπάρχουν ατομικές πράξεις ξέχωρες απ΄τον πολιτισμό, η κάθε μας κίνηση δηλώνει τον πολιτισμό. 
Μπορεί κάποιος μέσα στην δυστυχία να είναι ευτυχισμένος; Σχήμα οξύμωρον βέβαια. Διότι η δυστυχία δηλώνει την απουσία της ευτυχίας, εάν με τον θετικό όρο εννοούμε μια ζωή δίχως ξαφνικές πτώσεις, δίχως ένα δυσάρεστο περιστατικό, μια ζωή δηλαδή ρουτίνας μεν αλλά ήρεμης και τακτοποιημένης, δίχως οικονομικά και άλλα προβλήματα που δεν μας αφήνουν να κοιμηθούμε ήρεμα το βράδυ. Πες όμως πως είμαστε μια χαρά, ενώ δίπλα μας, στη γειτονιά μας, όχι πολύ μακρυά, στη μέση ανατολή ας πούμε, εκεί στην αιματωμένη Γάζα, κάποιοι συνάνθρωποί μας κομματιάζονται κάθε μέρα και γίνονται όλα μια μάζα, άνθρωποι, σπίτια, σιδερικά, μια κόλαση με άλλα λόγια. Μπορείς εσύ, άνθρωπέ μου να είσαι ευτυχισμένος; ΄Ισως το βράδυ, αν απο κεκτημένη ταχύτητα έχεις αποκτήσει εκείνη την τσίπα κυνισμού και αναισθησίας που το σύστημα σου καλλιεργεί συστηματικά, να κοιμηθείς μια χαρά.
Μπορεί και τα όνειρά σου ίσως να μην διαταραχθούν καθόλου. Μπορεί, μάλλον είναι σίγουρο, να σηκωθείς όπως όλες τις άλλες ημέρες του χρόνου, να πάρεις το καφεδάκι στου, να φλυαρήσεις με τον γείτονα, να κόψεις κάνα δυο κουβέντες με την οικιακή σου βοηθό, και να πας δουλειά, σαν να μην συμβαίνει δίπλα σου, στη γειτονιά σου, στη Γάζα, απολύτως τίποτα. Απλά ρέει αίμα, οι δολοφόνοι εξαγριωμένοι, πυρπολούν τα σπίτια των ανυπεράσπιστων αυτών ανθρώπων, μικρά παιδιά κείτονται άψυχα στους δρόμους, 
και η οδύνη έχει πάρει διαστάσεις γιγάντιες. Ε, τότε, τί να πω εγώ, άμα τη βρίσκεις έτσι, και είσαι ευτυχισμένος, εσύ ακόμα και στην κόλαση να πας, θα φορέσεις κάποια γυαλιά που κρύβουν τους ζεματισμένους μέσα στα καζάνια και θα μιλάς με τους διαβόλους σαν να είναι οι θαμώνες του καθημερινού σου καφενείου. Αυτά για σήμερα.





Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

στην ουσία, έχουμε καθήκον να είμαστε ευτυχισμένοι. Ο ευτυχισμένος άνθρωπος, δεν είναι κακός συνήθως, εκτός και αν είναι ανόητος. Ο ευτυχισμένος άνθρωπος τείνει να κάνει το καλό στους συνανθρώπους του. Εκτός βέβαια και αν είναι ένας μεγάλος εγωιστής. Η ευτυχία πηγαίνει και στον ηθικό και στον ανήθικο. Στον ανήθικο δεν ταιριάζει σίγουρα, και γρήγορα ίσως τον εγκαταλείψει. Ας μην ξεχνάμε πως δεν είναι τα λεφτά η ευτυχία, να εξηγούμαστε. και όσοι αυτό επιδιώκουν, σίγουρα την ευτυχία θα την απομακρύνουν σε τέτοιο βαθμό, που ύστερα και να παθιάζονταν να την κάνουν να έρθει κοντά τους, πάλι δεν θα τα κατάφερναν.