΄Αρα, η ευδαιμονία, αν και λογίζεται ως ατομικό αγαθό, ( διότι όλα τελοσπάντων σε ατομικό επίπεδο καταλήγουν να συμβαίνουν), εν τούτοις είναι πασίδηλο πως πρόκειται για κοινωνικό αγαθό. Γίνεται δηλαδή και πραγματοποιείται μέσα στην κοινωνία και όχι έξω απ΄αυτή. Ακόμα και αν κρυβόμαστε, το κάνουμε σε σχέση με την κοινωνία. Και από πού να κρυφτούμε; από τους άλλους; μια φορά, δυο φορές. Δεν μπορεί κανένας να ζει συνεχώς κρυμμένος. Η σκέψη κινείται προς εμάς είτε το θέλουμε είτε όχι. Εννοώ την κοινωνική σκέψη. Κανένας δεν μπορεί να αποδράσει απ΄το κοινωνικό αίσθημα. Κανένας δεν μπορεί να δραπετεύσει απ΄την κοινωνία μέσα. ΄Ολα γίνονται και κατορθώνονται, είτε το θέλουμε είτε όχι μέσα σ΄αυτή την φαντασιακή όπως την είπε ο Καστοριάδης, θέσμιση. Ανήκουμε σ΄αυτήν και μας ανήκει. Μας δημιουργεί και την δημιουργούμε ανά πάσα στιγμή. Και όταν δρούμε και όταν είμαστε αδρανείς. Διότι, όπως είπε και ο Ηράκλειτος, είτε κοιμούμεθα είτε εγρηγορούμε, είμαστε όλοι εργάτες σ΄αυτό που διαδραματίζεται γύρω μας. Υπεύθυνοι, είτε το καταλαβαίνουμε είτε όχι. Συμμέτοχοι, είτε το θέλουμε είτε όχι. ΄Αλλοι πρωταγωνιστές, άλλοι κομπάρσοι.Αλλά όλοι συμμέτοχοι. Ακόμα και με την υποταγή μας συμμετέχουμε στο καθημερινό προτσές της ιστορίας. Το ποτάμι του Ηράκλειτου, δεν σταματά να κυλά, και όλα συνεχώς ν΄αλλάζουν, να μεταβάλλονται, το ένα να εισχωρεί μέσα στο άλλο. Να αλληλεπιδρούν, να επηρεάζει το ένα το άλλο, να ζυμώνονται μέσα στο κοινό ζυμωτήρι, να δίνει και να παίρνει συνεχώς ο ένας απ΄τον άλλο. Αν απομονωθείς είσαι χαμένος, καμμία δύναμη δεν σε σώζει. Όλοι πρέπει να κυλάμε μέσα στον ποταμό, να αρδευόμαστε, όποιος κόψει έξω, είναι χαμένος μια για πάντα. Συμμέτοχοι λοιπόν, στο πλάσιμο της ζωής, συμμέτοχοι στο πλάσιμο του πολιτισμού. Ο πολιτισμός δεν είναι κάτι ξεκομμένο. Δεν είναι μονάχα οι τέχνες όπως μερικοί νομίζουν. Το κάθε τι, η κάθε πράξη εμπεριέχει ίχνη πολιτισμού. Ο πολιτισμός διεισδύει μέσα σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής. Δεν υπάρχουν ατομικές πράξεις ξέχωρες απ΄τον πολιτισμό, η κάθε μας κίνηση δηλώνει τον πολιτισμό.
Δημοφιλείς αναρτήσεις
-
΄Ηρθαν ξανά κι’ έφυγαν οι σπαθωτοί φρουροί της άνοιξης. Επισκέφθηκαν την παλιά φωλιά, χαριεντίστηκαν πάνω κάτω, έκανα χαρές πως μας ξανάρθαν...
-
Dr Ryke Geerd Hamer The Germanic/German New Medicine - Hope For Cancern Patients My journey into the German New Medicine began in...
-
΄Οπως ήταν Ο Παύλος Πικασσό και ο Μπράκ στο Παρίσι έτσι και στην Κύπρο υπήρξαν ο Διαμαντής και ο Κάνθος Δύσκολο να πεις ποιος απ' τους δ...
-
Αθήνα , 442. Οι Τριακονταετείς Σπονδές με τους Πελοποννησίους, 446/445, αναγνωρίζουν και επικυρώνουν την επικράτηση των Αθηναίων. Το 450 ...
-
Πίνακας του Αδαμάντιου Διαμαντή , απ'τη τελευταία απλοποιημένη δουλειά του μετά την εισβολή. Ελάχιστη μπογιά, σημάδεια από κάρβουνο, με ...
-
Οι ΄Ελληνες ας θυμούνται πάντα πως η χώρα τους είναι αυτή που γεφυρώνει την Ευρώπη με την Ανατολή και χρέος τους είναι να κρατούν κάθε αν...
-
Passions of my grandpa Picasso Louise Jury, Chief Arts Correspondent Inspiration: Picasso's work showed he was rooted in the past ...
-
Interview with Dr. Hamer on The Germanic/German New Medicine Germany in 1992. The following has been translated from a tape recording ...
-
Quo Vadis Noam Chomsky Text of lecture delivered at the Istanbul Conference on Freedom of Speech, April 10, 2010 In brief openi...
-
ΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ Η ΕΛΛΑΣ - Γ. ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ - ΜΕΛΙΝΑ ΜΕΡΚΟΥΡΗ - YouTube
Προς Αναγνώστη Καλωσόρισμα και μια εξήγηση
Αγαπητέ αναγνώστη, καλώς όρισες στα μέρη μας, μπορείς να ξεκουραστείς λίγο εδώ, δεν έχουμε θέματα που λειτουργούν σαν ενοχλητικές μυίγες, εδώ θα βρεις κάποια κείμενα ποίησης ή πεζά, κείμενα φιλοσοφίας, αρχαίου ελληνικού λόγου, κείμενα γραμμένα στις πιο γνωστές ευρωπαϊκές γλώσσες, (μια καλή μετάφραση εκ μέρους σου θα ήταν ευπρόσδεκτη) που μου έκαναν εντύπωση, αν κι εσύ βρεις κάτι, πολύ ευχαρίστως θα το δημοσιεύσω αν είναι κοντά σ'αυτά που αποτελούν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα αυτού του μπλόγκ. Επίσης η Τέχνη αποτελεί κεντρική θέση όσον αφορά στις δημοσιεύσεις αυτού του ιστότοπου, αφού η πρωταρχική μου ενασχόληση από εκεί ξεκινά κι' εκεί καταλήγει. Φανατικά πράγματα μην φέρεις εδώ, δεν είναι αυτός ο τόπος, φτηνές δημαγωγίες επίσης εξαιρούνται, σκέψεις δικές σου, γνήσιες, προβληματισμούς δικούς σου, πολύ ευχαρίστως, ανακύκλωση εκείνου του χαώδους, όπου σεύρω κι όπου μεύρεις, δεν το θέλω. Οι καλές εξηγήσεις κάνουν τους καλούς φίλους. Εύχομαι καλή ανάγνωση.
σημ: κάθε κείμενο μπορεί να αναδημοσιευτεί ελεύθερα φτάνει να αναφέρεται οπωσδήποτε
η πηγή του, δηλ, η ονομασία του μπλόγκ μου.
Σας ευχαριστώ για την κατανόηση!
Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2014
Μπορεί κάποιος μέσα στην δυστυχία να είναι ευτυχισμένος; Σχήμα οξύμωρον βέβαια. Διότι η δυστυχία δηλώνει την απουσία της ευτυχίας, εάν με τον θετικό όρο εννοούμε μια ζωή δίχως ξαφνικές πτώσεις, δίχως ένα δυσάρεστο περιστατικό, μια ζωή δηλαδή ρουτίνας μεν αλλά ήρεμης και τακτοποιημένης, δίχως οικονομικά και άλλα προβλήματα που δεν μας αφήνουν να κοιμηθούμε ήρεμα το βράδυ. Πες όμως πως είμαστε μια χαρά, ενώ δίπλα μας, στη γειτονιά μας, όχι πολύ μακρυά, στη μέση ανατολή ας πούμε, εκεί στην αιματωμένη Γάζα, κάποιοι συνάνθρωποί μας κομματιάζονται κάθε μέρα και γίνονται όλα μια μάζα, άνθρωποι, σπίτια, σιδερικά, μια κόλαση με άλλα λόγια. Μπορείς εσύ, άνθρωπέ μου να είσαι ευτυχισμένος; ΄Ισως το βράδυ, αν απο κεκτημένη ταχύτητα έχεις αποκτήσει εκείνη την τσίπα κυνισμού και αναισθησίας που το σύστημα σου καλλιεργεί συστηματικά, να κοιμηθείς μια χαρά.
Μπορεί και τα όνειρά σου ίσως να μην διαταραχθούν καθόλου. Μπορεί, μάλλον είναι σίγουρο, να σηκωθείς όπως όλες τις άλλες ημέρες του χρόνου, να πάρεις το καφεδάκι στου, να φλυαρήσεις με τον γείτονα, να κόψεις κάνα δυο κουβέντες με την οικιακή σου βοηθό, και να πας δουλειά, σαν να μην συμβαίνει δίπλα σου, στη γειτονιά σου, στη Γάζα, απολύτως τίποτα. Απλά ρέει αίμα, οι δολοφόνοι εξαγριωμένοι, πυρπολούν τα σπίτια των ανυπεράσπιστων αυτών ανθρώπων, μικρά παιδιά κείτονται άψυχα στους δρόμους,
και η οδύνη έχει πάρει διαστάσεις γιγάντιες. Ε, τότε, τί να πω εγώ, άμα τη βρίσκεις έτσι, και είσαι ευτυχισμένος, εσύ ακόμα και στην κόλαση να πας, θα φορέσεις κάποια γυαλιά που κρύβουν τους ζεματισμένους μέσα στα καζάνια και θα μιλάς με τους διαβόλους σαν να είναι οι θαμώνες του καθημερινού σου καφενείου. Αυτά για σήμερα.
Μπορεί και τα όνειρά σου ίσως να μην διαταραχθούν καθόλου. Μπορεί, μάλλον είναι σίγουρο, να σηκωθείς όπως όλες τις άλλες ημέρες του χρόνου, να πάρεις το καφεδάκι στου, να φλυαρήσεις με τον γείτονα, να κόψεις κάνα δυο κουβέντες με την οικιακή σου βοηθό, και να πας δουλειά, σαν να μην συμβαίνει δίπλα σου, στη γειτονιά σου, στη Γάζα, απολύτως τίποτα. Απλά ρέει αίμα, οι δολοφόνοι εξαγριωμένοι, πυρπολούν τα σπίτια των ανυπεράσπιστων αυτών ανθρώπων, μικρά παιδιά κείτονται άψυχα στους δρόμους,
και η οδύνη έχει πάρει διαστάσεις γιγάντιες. Ε, τότε, τί να πω εγώ, άμα τη βρίσκεις έτσι, και είσαι ευτυχισμένος, εσύ ακόμα και στην κόλαση να πας, θα φορέσεις κάποια γυαλιά που κρύβουν τους ζεματισμένους μέσα στα καζάνια και θα μιλάς με τους διαβόλους σαν να είναι οι θαμώνες του καθημερινού σου καφενείου. Αυτά για σήμερα.
Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014
στην ουσία, έχουμε καθήκον να είμαστε ευτυχισμένοι. Ο ευτυχισμένος άνθρωπος, δεν είναι κακός συνήθως, εκτός και αν είναι ανόητος. Ο ευτυχισμένος άνθρωπος τείνει να κάνει το καλό στους συνανθρώπους του. Εκτός βέβαια και αν είναι ένας μεγάλος εγωιστής. Η ευτυχία πηγαίνει και στον ηθικό και στον ανήθικο. Στον ανήθικο δεν ταιριάζει σίγουρα, και γρήγορα ίσως τον εγκαταλείψει. Ας μην ξεχνάμε πως δεν είναι τα λεφτά η ευτυχία, να εξηγούμαστε. και όσοι αυτό επιδιώκουν, σίγουρα την ευτυχία θα την απομακρύνουν σε τέτοιο βαθμό, που ύστερα και να παθιάζονταν να την κάνουν να έρθει κοντά τους, πάλι δεν θα τα κατάφερναν.
ΕΠΙΔΙΩΞΗ ΤΗΣ ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑΣ
Όλοι προσπαθούμε για την ευτυχία. ΄Η νομίζουμε ότι προσπαθούμε. Με το να την επιζητούμε, να την αποζητούμε, δεν σημαίνει πως την κατορθώνουμε κι όλας. Ζητώντας την ευτυχία νομίζουμε ότι είναι αρκετό για να την αποκτήσουμε. Το ζήτημα είναι ότι πρέπει να υπάρχουν τρόποι που κάποιος αποκτά την πολυπόθητη ευτυχία. Για μένα το να πετύχω την ηρεμία, ή την ηδονή, την εσωτερικη γαλήνη, αυτό είναι ευτυχία. Βέβαια αυτά τα τρία που ανέφερα μπορεί να μην υπάρχουν συγχρόνως. ΄Οταν έχω την ηδονή, η οποία σίγουρα δεν είναι κάτι που μπορεί να διαρκει επ΄άπειρο, τότε ακουλουθεί η ηρεμία, η εσωτερική γαλήνη. Να που όμως δεν μπορώ να την επιτύχω όποτε θέλω. Και πέφτω με τα μούτρα αναζητώντας την, του κάκου. ΄Οταν είναι νάρθει, θάρθει μόνη της. Δίχως πολλές επικλήσεις. Είναι σαν να ζητά εμένα και κανέναν άλλο. Σίγουρα όμως την ηδονή την μοιράζεσαι. ΄Αρα την ίδια στιγμή αν αυτή ενεργεί με τον ίδιο τρόπο που ενεργεί σε μένα, θα προσφέρει και σ΄ένα άλλο άτομο την ηρεμία την πολυπόθητη και πάει λέγοντας. Θα συνεχίσουμε το θέμα μας αργότερα.
Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
Ας επανέλθουμε και λίγο στο σπίτι μας. Αρκετά έχουμε δώσει στα άλλα φόρα κοινωνικών δικτυώσεων. Χρειάζεται και λίγη αυτοσυγκέντρωση, λίγη μοναξιά δημιουργική, λίγος μονόλογος για να προχωρήσουμε. Το αφρισμένο ποτάμι πρέπει να το διαδεχθεί η ηρεμία, η γαλήνη, νερά που πάνε αργά και αφήνουνε τις βάρκες να βγούνε άφοβα έξω για ψάρεμα και λίγο περίπατο. Δεν ζητάμε πολλά πράματα. Φιλία, συνεννόηση, πολιτισμό, ανταλλαγή γνήσιων απόψεων. Τα άλλα δεν κάνουν για μας. Δεν τα έχουμε ανάγκη, ποτέ δεν τα είχαμε ανάγκη. Όποιος δεν ταιριάζει, ας πάει όπου αισθάνεται ότι ανήκει. Η ποίηση, οι αυθεντικές εικόνες, οι σκέψεις οι στοχαστικές, όχι οι αντιγραφές, τι είπε ο ένας, τι είπε ο άλλος, κι αυτά κάποτε χρειάζονται αλλά με μέτρο. ΄Οχι ότι δεν σεβόμαστε την παραδομένη σοφία, τις γνώσεις των άλλων, αλλά κι εμείς πρέπει να παράγουμε σκέψεις, κι όχι ν΄αναμασούμε συνεχώς τα προλαληθέντα, αυτά που είπαν άλλοι, που σκεφτήκανε άλλοι. Φτάνει χριστιανέ μου, γέννα κι εσύ κάτι, πες κάτι δικό σου, ρίσκαρε, μην έχεις μόνο τις αυθεντίες και τις επαναλαμβάνεις φορτικά. Καλώς λοιπόν ορίσατε ξανά στο φιλόξενο φόρουμ. Μη φοβάστε να εκφράσετε απόψεις και ιδέες, ξανοιχτείτε και πάμε,όρτσα τα πανιά καπετάνιο, τημονιέρη κοίτα μπροστά σου, μην αγριέψουμε τη θάλασσα. Κι εσύ Μούσα πρόστρεξε σε βοήθειά μας. Να ιστορήσουμε τα πάθια μας, τις ιδέες μας, την ιστορία μας, τη δική μας, όχι των άλλων. Βοήθειά μας η θεά Αθηνά, των γραμμάτων και της σοφίας, κι ο Άγιος Νεόφυτος, των γραμμάτων των χριστιανικών, κι ο Άγιος προπάντων ο Παπαδιαμάντης ο Σκιαθίτης ο αθάνατος!
Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013
There’s Always a Class War Going On
Ο πόλεμος
των τάξεων ουδέποτε σταμάτησε
( απόσπασμα
)
CS: Πώς ο Χάρτης των Δασών σχετίζεται με την περιβαλλοντική αντίσταση και εκείνη των ιθαγενών στην κατασκευή του
Μεγάλου Κεντρικού Αγωγού πετρελαίου;
NC: Πολύ. Ο Καταστατικός Χάρτης των Δασών, που ήταν η μισή Magna Carta,
έχει λίγο πολύ ξεχαστεί. Το δάσος δεν σήμαινε απλώς την άγρια βλάστηση. Σήμαινε
κοινή περιουσία, την πηγή της τροφής, καύσιμα. ΄Ηταν μια κοινή ιδιοκτησία, κι
έτσι την φρόντιζαν. Τα δάση καλλιεργούνταν από κοινού και λειτουργούσαν, διότι
αποτελούσαν τμήμα της κοινής περιουσίας, την πηγή των αγαθών προς το ζειν, κι
ακόμα πηγή αξιοπρέπειας. Αυτό κατέρρευσε σιγά σιγά στην Αγγλία κάτω από αναγκαστικές
περιφράξεις, και κρατικές προσπάθειες μετάθεσής τους σε ιδιωτική κατοχή και
έλεγχο. Στις Ηνωμένες Πολιτείες αυτό συνέβη διαφορετικά, αλλά η ιδιωτικοποίηση παραμένει
η ίδια. Στο τέλος της ημέρας μένει η γενικά αποδεκτή αντίληψη, τώρα σταθερό
δόγμα, που ονομάζεται « η τραγωδία των κοινών αγαθών» στη φράση του Garrett
Hardin. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, εάν τα πράγματα κατέχονται από κοινού, και
όχι ιδιωτικά διαχειριζόμενα, αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα να καταστραφούν. Η ιστορία δείχνει ακριβώς το αντίθετο: Όταν
τα πράγματα κατέχονταν από κοινού, διατηρούνταν και παρέμεναν εν ζωή. Αλλά,
σύμφωνα με την καπιταλιστική ηθική, αν
τα πράγματα δεν κατέχονται ιδωτικά, αυτά θα καταστραφούν, και αυτό είναι η «
τραγωδία των κοινών αγαθών». ΄Ετσι, επομένως, πρέπει να βάλεις το κάθε τι κάτω
από ιδιωτικό έλεγχο και να το πάρεις απ΄τον κόσμο, διότι ο κόσμος είναι επόμενο
να το καταστρέψει.
Τώρα, αυτό
πώς συνδέεται περιβαλλοντικά; Πολύ σημαντικά: Τα κοινά αγαθά είναι το
περιβάλλον. Όταν ανήκουν στο κοινό, δίχως να είναι ιδιοκτησία, αλλά ο καθένας
τα διαχειρίζεται σε μια κοινότητα – αυτά
διατηρούνται, στηρίζονται και καλλιεργούνται για την επόμενη γενιά. Εάν
κατέχονται ιδιωτικά, θα καταστραφούν εξ αιτίας του κέρδους∙ να τι είναι η
ατομική ιδιοκτησία, και αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα.
Αυτό που λες
για τον ιθαγενή πληθυσμό είναι πολύ εντυπωσιακό. Υπάρχει ένα τεράστιο πρόβλημα
που όλη η ανθρώπινη φυλή αντιμετωπίζει. Η πιθανότητα μια σοβαρής καταστροφής
δεν είναι πολύ μακριά. Πλησιάζουμε σ΄ένα είδος ακραίου σημείου, όπου η
κλιματική αλλαγή γίνεται μη αναστρέψιμη. Μιλάμε για κάποιες δεκαετίες, ίσως και
λιγότερες, αλλά τα προγνωστικά δείχνουν σταθερά μια μεγάλη συντηρητικότητα.
Είναι ένας πολύ σοβαρός κίνδυνος∙ κανένα λογικό άτομο δεν μπορεί να αμφιβάλλει.
΄Ολη η ανθρώπινη φυλή αντιμετωπίζει πρώτη φορά στην ιστορία, μια πραγματική
απειλή σοβαρής καταστροφής, και υπάρχουν
άνθρωποι που προσπαθούν να κάνουν κάτι γι αυτό, και υπάρχουν και άλλοι που
προσπαθούν να κάνουν τα πράγματα χειρότερα. Ποιοι είναι αυτοί; Λοιπόν, αυτοί
που προσπαθούν να κάνουν τα πράγματα καλύτερα είναι οι προβιομηχανικές
κοινωνίες, οι προτεχνολογικές κοινωνίες,
οι ιθαγενείς κοινωνίες, τα Πρώτα ΄Εθνη. Σε όλο τον κόσμο, υπάρχουν
κοινότητες που προσπαθούν να διατηρήσουν τα δικαιώματα της φύσης.
Οι πλούσιες
κοινωνίες, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο Καναδάς, ενεργούν με τέτοιο τρόπο
ώστε να φέρουν την καταστροφή όσο πιο γρήγορα γίνεται. Αυτό σημαίνει για
παράδειγμα, όταν από κοινού τα πολιτικά κόμματα και ο τύπος μιλούν
ενθουσιαστικά για « έναν αιώνα ενεργειακής ανεξαρτησίας.» « Ενεργειακή
ανεξαρτησία», δεν σημαίνει απολύτως τίποτε, αλλά ας το αφήσουμε αυτό. ΄Ενας
αιώνας « Ενεργειακής Ανεξαρτησίας» σημαίνει πώς εξασφαλίζουμε ότι κάθε
κομματάκι υπόγειων ορυκτών της Γης θα βγει έξω απ΄το έδαφος και θα καεί. Σε
κοινωνίες όπου υπάρχουν
μεγάλοι πληθυσμοί ιθαγενών, όπως, παραδείγματος χάρη,
στο Εκουαδόρ, πετρελαιοπαραγωγική χώρα,
οι άνθρωποι προσπαθούν να εξασφαλίσουν υποστήριξη για να κρατήσουν το
πετρέλαιο μέσα στο έδαφος. Θέλουν οικονομική στήριξη ώστε να κρατήσουν το
πετρέλαιο εκεί που πρέπει να είναι. Εμείς, όμως, πρέπει να βγάλουμε έξω απ΄το
΄εδαφος το κάθε τι, περιλαμβανομένης της πίσσας, ύστερα να το κάψουμε, πράγμα
που κάνει τα πράγματα χειρότερα όσο γίνεται, και όσο πιο γρήγορα γίνεται . ΄Ετσι έχεις αυτό το
παράξενο φαινόμενο όπου οι μορφωμένοι, « εξελιγμένοι» πολιτισμένοι άνθρωποι
προσπαθούν να κόψουν το λαιμό του καθενός όσο πιο γρήγορα γίνεται και τους
ιθαγενείς, λιγότερο μορφωμένους, πιο φτωχούς πληθυσμούς να προσπαθούν να
εμποδίσουν την καταστροφή. ΄Αν κάποιος απ τον ΄Αρη παρακολουθούσε, θα σκεφτόταν
ότι αυτή η φυλή έχει παραφρονήσει.
μτφρ:
ΝΕοκλής Κυριάκου
στη φώτο,
φορτηγό μεταφέρει σωλήνες 36 ιντζών για τον Μεγάλο Αγωγό πετρελαίου, που θα
ενώσει τον τερματικό του Καναδά και άλλες πηγές εντός της Βορείου Αμερικής με
το Τέξας.
ΙΣΠΑΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ
Antonio
Machado ( 26 July 1875 – 22 February 1939 )
Και θα πεθάνει
δηλαδή μαζί σου ο μαγικός ο κόσμος…
Και θα
πεθάνει δηλαδή μαζί σου ο μαγικός ο κόσμος ,
όπου η
θύμηση φυλάει τις πιο αθώες της
ζωής
πνοές
της πρώτης
αγάπης τη λευκή σκιά ,
τη φωνή που
στην καρδιά σου έμπαινε ,
το χέρι που
ζητούσες να κρατήσεις στ ΄ όνειρο,
και τις
αγάπες όλες
που την ψυχή σου αγγίζαν, και τ ΄ουρανού το βάθος;
Και θα
πεθάνει δηλαδή μαζί σου ο κόσμος,
σου
κι όλ ΄ η παλιά η ζωή που σε
καινούρια τάξη έβαλες;
Και της ψυχής σου θες να πεις οι χοάνες και
τ ΄αμόνια
μονάχα για
την σκόνη και τον άνεμο δουλεύανε;
μτφρ:
Νεοκλής Κυριάκου
Y ha de morir contigo el mundo mago
Y ha de morir contigo el mundo mago
donde guarda el recuerdo
los hálitos más puros de la vida,
la blanca sombra del amor primero,
donde guarda el recuerdo
los hálitos más puros de la vida,
la blanca sombra del amor primero,
la voz que fue a tu corazón, la mano
que tú querías retener en sueños,
y todos los amores
que llegaron al alma, al hondo cielo?
que tú querías retener en sueños,
y todos los amores
que llegaron al alma, al hondo cielo?
Y ha de morir contigo el mundo tuyo,
la vieja vida en orden tuyo y nuevo?
la vieja vida en orden tuyo y nuevo?
Los yunques y crisoles
de tu alma
trabajan para el polvo y para el viento?
trabajan para el polvo y para el viento?
Κυριακή 25 Αυγούστου 2013
Ιταλική ποίηση - Πιερ Πάολο Παζολίνι
Το λαϊκό τραγούδι
( Il canto popolare )
Απροσδόκητο το χίλια εννιακόσια πενήντα δύο πάνω απ ΄ την Ιταλία περνά
Μονάχα ο λαός
το γνήσιο αίσθημα κρατά :
ποτέ εκτός
χρόνου, και το μοντέρνο δεν μπορεί να τον τυφλώσει, γιατί πάντα ο λαός πιο μοντέρνος
είναι,
σε χωριά σκορπισμένος
, σε περιφέρειες, με νέους ανθρώπους
πάντα νέους – νέους στο παλιό τραγούδι –
να το λένε
ξανά , όπως ήταν πρώτα αληθινό.
Καίει γλυκά του χρόνου ο πρώτος ήλιος
πάνω απ ΄ της
πόλης τις στοές
της
επαρχίας, στα μέρη εκείνα που ,
ακόμα από χιόνι γνωρίζουν , πάνω στα κοπάδια των
Απεννίνων: στις βιτρίνες των κέντρων
τα νέα
χρώματα των ρούχων, οι νέες φορεσιές
όπως σε φωτιές καθάριες
λένε πόσο ξανανιώνει ο κόσμος σήμερα , καθώς καινούριες χαρές σηκώνονται…
Α, εμείς που
ζούμε σε μια γενιά μόνο, κάθε
γενιά που
έζησε δω, σ΄αυτούς εδώ τους τόπους τώρα πια που
ξέπεσαν , πώς να σκεφτούμε άλλονε που ζει την ιστορία σαν παραμύθι
και ζει καθάρια, κι όχι πέρα απ ΄ τη μνήμη της
γενιάς του, που μέσα της πάλλεται η ζωή η δική του.
Στη ζωή, που
είναι ζωή διότι έτσι στο μυαλό
μας την
έχουμε πλασμένη,
για το
πέρασμά μας από δω – και τώρα την ξεμάθαμε , άπληστοι να τη σώσουμε – περιμένει
– τραγουδώντας ταπεινά,
κρυμμένος μες
στις συνοικίες μας
που δεν
εγνώρισε ποτέ, έτοιμος απ ΄ τους παλιούς και νέους καιρούς – ο λαός:
σιωπά μέσα του ο άνθρωπος η μοίρα.
Και αν σε κείνους τους παλιούς καιρούς γυρίζουμε
και τόχουμε προνόμιο, άλλοι χείμαρροι
του λαού
ιδού τραγουδάνε: τόχουμε κρατήσει το σχήμα
απ ΄ τον καιρό των πρώτων χρόνων του
Χριστού
κι όμως πίσω
μένει, ακίνητο, εκείνο το τραγούδι. και το λένε ίδια,
Στις βραδιές γλόμποι κι όχι πια δάδες
κι η γειτονιά αλλοιώτικη
δεν φαίνεται, δεν φαίνονται αλλιώτικα τα νέα παιδιά ….
Ανάμεσα στα
σκοτεινά περβόλια, στον οκνό χλωμό ήλιο
Adalbertos
komis kurtis!, τα παιδάκια
της Ιβρέας στριγγλίζουνε, και στις κοιλάδες
της Τοσκάνης,
με τσιριξιές χελιδονιών:
Hor atorno fratt Helya! Tη θεία βία επάνω στις
σκληρές
καρδιές ο κλήρος
σπρώχνει ,
αγροίκος, και νήπια άγρια τους
κρατά στο φέουδο της επαρχίας , αυτοκρατορία του θεού: Και ο λαός τραγουδά.
Ένα μεγάλο
κονσέρτο από σκαρπέλα
επάνω στο
Καπιτώλιο ακούγεται,, επάνω στα νέα
Απέννινα,
επάνω στα
χωριά τα ασπρισμένα από τις ΄Αλπεις, γιγαντώνοντας τη πέτρα του τραβερτίνο στο
νέο χώρο όπου ο ΄Ανθρωπος ελευθερώνεται : κι ο εργάτης « Πού ήσουνα ψές
βράδυ…..» Dov'andastà
jersera... τραγουδά, με την ψυχή σπαταλημένη στον δικό του γοτθικό κόσμο. Ο κόσμος σκλαβιά μένει στον λαό. Και ο λαός τραγουδά.
jersera... τραγουδά, με την ψυχή σπαταλημένη στον δικό του γοτθικό κόσμο. Ο κόσμος σκλαβιά μένει στον λαό. Και ο λαός τραγουδά.
Μαθαίνει ο
αστός από γεννησιμιού του το
«Αυτό θα
γίνει», ( Ca ira …), κι αναριγά μέσα στον
ναπολεόντειο αέρα μπροστά στον ύμνο του Δέντρου της Ελευθερίας,
τρέμουν τα
νέα των εθνών χρώματα.
Μα, σκύλος
πεινασμένος ο εργάτης, τ ΄ αφεντικά του διαφεντεύει, κι άγρια τραγουδά
Γκουαλιούνε , μάλα βίτα!
κοπάδια ανήμερα. Η λευτεριά φωνή δεν
έχει για τη σκυλίσια φτώχεια. Κι ο λαός τραγουδά.
Παιδί του λαού που τραγουδάς ,
εδώ στη
Ρεμπίπια, επάνω στην άθλια όχθη
του Ανιένε
το νέο τραγουδάκι, παινεύεσαι ειν ΄ αλήθεια, τραγουδώντας την αρχαία, γιορτή μες την απλή σου την τη
ζεστή καρδιά.
Όμως εσύ ποια σιγουριά σκληρή μαζεύεις την ώρα που την πλερωμή σου παίρνεις , ανάμεσα
σε άξεστες
παράγκες κι
ουρανοξύστες, χαρούμενο σπέρμα στην
καρδιά του θλιβερού κόσμου του λαού.
Μέσα
στην ασυνειδησία σου υπάρχει η συνείδηση
που η ιστορία μέσα σου θέλει, αυτή η ιστορία
που για τον ΄Ανθρωπο πια δεν έχει παρά τη βία
των
αναμνήσεων, όχι την μνήμη την ελεύθερη
Κι ύστερα ,
ίσως δεν έχει να διαλέξει άλλο δρόμο, απ
΄ το να δώσει στη δίψα του για δίκιο
τη δύναμη
της ευτυχίας της δικιάς του,
και στο φως
μιας εποχής που αρχινά, το φως μιας
ύπαρξης που δεν γνωρίζει τον εαυτό της.
1952 - 53
Μτφρ:
Νεοκλής Κυριάκου
Il canto popolare
Improvviso il mille novecento
cinquanta due passa sull'Italia:
solo il popolo ne ha un sentimento
vero: mai tolto al tempo, non l'abbaglia
la modernità, benché sempre il più
moderno sia esso, il popolo, spanto
in borghi, in rioni, con gioventù
sempre nuove - nuove al vecchio canto -
a ripetere ingenuo quello che fu.
Scotta il primo sole dolce dell'anno
sopra i portici delle cittadine
di provincia, sui paesi che sanno
ancora di nevi, sulle appenniniche
greggi: nelle vetrine dei capoluoghi
i nuovi colori delle tele, i nuovi
vestiti come in limpidi roghi
dicono quanto oggi si rinnovi
il mondo, che diverse gioie sfoghi...
Ah, noi che viviamo in una sola
generazione ogni generazione
vissuta qui, in queste terre ora
umiliate, non abbiamo nozione
vera di chi è partecipe alla storia
solo per orale, magica esperienza;
e vive puro, non oltre la memoria
della generazione in cui presenza
della vita è la sua vita perentoria.
Nella vita che è vita perché assunta
nella nostra ragione e costruita
per il nostro passaggio - e ora giunta
a essere altra, oltre il nostro accanito
difenderla - aspetta - cantando supino,
accampato nei nostri quartieri
a lui sconosciuti, e pronto fino
dalle più fresche e inanimate ère -
il popolo: muta in lui l'uomo il destino.
E se ci rivolgiamo a quel passato
ch'è nostro privilegio, altre fiumane
di popolo ecco cantare: recuperato
è il nostro moto fin dalle cristiane
origini, ma resta indietro, immobile,
quel canto. Si ripete uguale.
Nelle sere non più torce ma globi
di luce, e la periferia non pare
altra, non altri i ragazzi nuovi...
Tra gli orti cupi, al pigro solicello
Adalbertos komis kurtis!, i ragazzini
d'Ivrea gridano, e pei valloncelli
di Toscana, con strilli di rondinini:
Hor atorno fratt Helya! La santa
violenza sui rozzi cuori il clero
calca, rozzo, e li asserva a un'infanzia
feroce nel feudo provinciale l'Impero
da Iddio imposto: e il popolo canta.
Un grande concerto di scalpelli
sul Campidoglio, sul nuovo Appennino,
sui Comuni sbiancati dalle Alpi,
suona, giganteggiando il travertino
nel nuovo spazio in cui s'affranca
l'Uomo: e il manovale Dov'andastà
jersera... ripete con l'anima spanta
nel suo gotico mondo. Il mondo schiavitù
resta nel popolo. E il popolo canta.
Apprende il borghese nascente lo Ça ira,
e trepidi nel vento napoleonico,
all'Inno dell'Albero della Libertà,
tremano i nuovi colori delle nazioni.
Ma, cane affamato, difende il bracciante
i suoi padroni, ne canta la ferocia,
Guagliune 'e mala vita! in branchi
feroci. La libertà non ha voce
per il popolo cane. E il popolo canta.
Ragazzo del popolo che canti,
qui a Rebibbia sulla misera riva
dell'Aniene la nuova canzonetta, vanti
è vero, cantando, l'antica, la festiva
leggerezza dei semplici. Ma quale
dura certezza tu sollevi insieme
d'imminente riscossa, in mezzo a ignari
tuguri e grattacieli, allegro seme
in cuore al triste mondo popolare.
Nella tua incoscienza è la coscienza
che in te la storia vuole, questa storia
il cui Uomo non ha più che la violenza
delle memorie, non la libera memoria...
E ormai, forse, altra scelta non ha
che dare alla sua ansia di giustizia
la forza della tua felicità,
e alla luce di un tempo che inizia
la luce di chi è ciò che non sa.
Improvviso il mille novecento
cinquanta due passa sull'Italia:
solo il popolo ne ha un sentimento
vero: mai tolto al tempo, non l'abbaglia
la modernità, benché sempre il più
moderno sia esso, il popolo, spanto
in borghi, in rioni, con gioventù
sempre nuove - nuove al vecchio canto -
a ripetere ingenuo quello che fu.
Scotta il primo sole dolce dell'anno
sopra i portici delle cittadine
di provincia, sui paesi che sanno
ancora di nevi, sulle appenniniche
greggi: nelle vetrine dei capoluoghi
i nuovi colori delle tele, i nuovi
vestiti come in limpidi roghi
dicono quanto oggi si rinnovi
il mondo, che diverse gioie sfoghi...
Ah, noi che viviamo in una sola
generazione ogni generazione
vissuta qui, in queste terre ora
umiliate, non abbiamo nozione
vera di chi è partecipe alla storia
solo per orale, magica esperienza;
e vive puro, non oltre la memoria
della generazione in cui presenza
della vita è la sua vita perentoria.
Nella vita che è vita perché assunta
nella nostra ragione e costruita
per il nostro passaggio - e ora giunta
a essere altra, oltre il nostro accanito
difenderla - aspetta - cantando supino,
accampato nei nostri quartieri
a lui sconosciuti, e pronto fino
dalle più fresche e inanimate ère -
il popolo: muta in lui l'uomo il destino.
E se ci rivolgiamo a quel passato
ch'è nostro privilegio, altre fiumane
di popolo ecco cantare: recuperato
è il nostro moto fin dalle cristiane
origini, ma resta indietro, immobile,
quel canto. Si ripete uguale.
Nelle sere non più torce ma globi
di luce, e la periferia non pare
altra, non altri i ragazzi nuovi...
Tra gli orti cupi, al pigro solicello
Adalbertos komis kurtis!, i ragazzini
d'Ivrea gridano, e pei valloncelli
di Toscana, con strilli di rondinini:
Hor atorno fratt Helya! La santa
violenza sui rozzi cuori il clero
calca, rozzo, e li asserva a un'infanzia
feroce nel feudo provinciale l'Impero
da Iddio imposto: e il popolo canta.
Un grande concerto di scalpelli
sul Campidoglio, sul nuovo Appennino,
sui Comuni sbiancati dalle Alpi,
suona, giganteggiando il travertino
nel nuovo spazio in cui s'affranca
l'Uomo: e il manovale Dov'andastà
jersera... ripete con l'anima spanta
nel suo gotico mondo. Il mondo schiavitù
resta nel popolo. E il popolo canta.
Apprende il borghese nascente lo Ça ira,
e trepidi nel vento napoleonico,
all'Inno dell'Albero della Libertà,
tremano i nuovi colori delle nazioni.
Ma, cane affamato, difende il bracciante
i suoi padroni, ne canta la ferocia,
Guagliune 'e mala vita! in branchi
feroci. La libertà non ha voce
per il popolo cane. E il popolo canta.
Ragazzo del popolo che canti,
qui a Rebibbia sulla misera riva
dell'Aniene la nuova canzonetta, vanti
è vero, cantando, l'antica, la festiva
leggerezza dei semplici. Ma quale
dura certezza tu sollevi insieme
d'imminente riscossa, in mezzo a ignari
tuguri e grattacieli, allegro seme
in cuore al triste mondo popolare.
Nella tua incoscienza è la coscienza
che in te la storia vuole, questa storia
il cui Uomo non ha più che la violenza
delle memorie, non la libera memoria...
E ormai, forse, altra scelta non ha
che dare alla sua ansia di giustizia
la forza della tua felicità,
e alla luce di un tempo che inizia
la luce di chi è ciò che non sa.
1952-53
Σύγχρονη κυπριακή πεζογραφία
ΛΕΎΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ
Η ΚΗΔΕΙΑ
ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ( πρώτο σχεδίασμα )
Στο στήθος μου η πληγή ανοίγει πάλι
Γιώργος Σεφέρης
Ήταν Σεπτέμβριος του 1971.
Πήγε στο περίπτερο κι αγόρασε μια εφημερίδα. Είδε τι ώρα θα γινόταν η κηδεία κι
επέστρεψε στο διαμέρισμα. Σκεφτόταν τι
να κάνει, αν έπρεπε κα κατέβει Αμερικής, στη φοιτητική ένωση των Κυπρίων.
Πήρε το λεωφορείο από την Πλατεία Αγίου
Θωμά. Τι θα τους έλεγε, πώς θα αντιδρούσαν κι αν θα δεχόντουσαν να κάνουν κάτι.
Μια ανακοίνωση για τη σχέση του με το νησί ή τέλος πάντων να στείλουν ένα
στεφάνι. Και γιατί να τον ακούγανε σε ό,τι θα τους έλεγε. Ο ποιητής είχε κάνει
μια δήλωση κι όποια κίνηση των φοιτητών θα προκαλούσε ίσως την αντίδραση της
υπηρεσίας αλλοδαπών. Άλλο κράτος εμείς άλλο αυτοί εδώ και τρέχα γύρευε να βρεις
άκρη στο νήμα της Αριαδνής και στις πολιτικές συνέπειες.
Κατέβηκε στην Ακαδημίας. Απέναντι το άγαλμα
του Κωστή Παλαμά, πίσω η Εθνική Βιβλιοθήκη και το Πανεπιστήμιο. Παντού
αστυνομικοί, μια πόλη στους καθημερινούς ρυθμούς της. Κατέβηκε Πανεπιστημίου
και περπάτησε για λίγο κι έστριψα Αμερικής. Ανέβηκε στα γραφεία της Εθνικής
Φοιτητικής Ένωσης Κυπρίων και ζήτησε να δει κάποιον του συμβουλίου. Τον
οδήγησαν σε ένα γραφείο.
--Ναι, τι θέλετε; Να σας
εξυπηρετήσουμε.
--Σήμερα θα γίνει στην
Πλάκα η κηδεία του ποιητή. Ξέρετε, αγαπούσε την Κύπρο. Έγραψε και ποιήματα για
το νησί και πρέπει να κάνουμε κάτι. Ένα ψήφισμα ή να στείλετε ένα στεφάνι.
-- Είναι πολιτικό το θέμα
και θα το εκμεταλλευτούν οι επιτήδειοι. Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι τέτοιο. Δεν
είναι άλλωστε στις αρμοδιότητές μας και δεν αφορά το εθνικό μας θέμα.
Τους χαιρέτησε κι έφυγε. Πήρε την
Πανεπιστημίου κι έφτασε στο Σύνταγμα. Μπροστά στο Μνημείο του Άγνωστου
Στρατιώτη και απέναντι στο πεζοδρόμιο αστυνομικοί. Δίστασε για μια στιγμή, θα
τον άφηναν να προχωρήσει; Και ποια διαδρομή θα έπρεπε να ακολουθήσει; Τελικά
προχώρησε προς τα ανθοπωλεία στη Βασιλίσσης Σοφίας. Στο πρώτο απ’ αυτά ζήτησε
ένα στεφάνι. Ο ανθοπώλης τον ρώτησε:
--Είναι για τον ποιητή; Τι
να γράψω στην κορδέλα;
Σκέφτηκε λίγο και τον
ρώτησε:
--Πὀσο θα στοιχίσει; Θα
γράψετε λίγα λόγια.
-- Φοιτητής είσαι; Δεν θα
χρεώσω περισσότερα.
--Ναι. Ένα στίχο του. ‘
Όλα τ’ αλέθουν οι μυλόπετρες και γίνονται άστρα’. Και στο κάτω μέρος ‘Κύπριοι
φοιτητές’.
-- Από την Κύπρο, ε; Όλο προβλήματα έχετε. Ήταν κι ο γιος μου στη
Μεραρχία και τους έφεραν πίσω πριν από τρία χρόνια. Τι θα γίνει μ’ αυτό το
νησί, το έχουνε ζώσει φίδια.
Πήρε ένα στεφάνι και μπήκε στο ανθοπωλείο
να φτιάξει την κορδέλα. Κάτι τον ρώτησε για το χρώμα των γραμμάτων και σε λίγο
με το στεφάνι στο [’να] χέρι προχώρησε προς τον Άγνωστο και περίμενε να
διασταυρώσει. Διέσχισε τη Λεωφόρο Αμαλίας κι οι αστυνομικοί κοιτούσαν
ανέκφραστα. Περίμενε να τον σταματήσουν κι αγωνιούσε γιατί δεν είχε μαζί του
την ταυτότητα του κέντρου αλλοδαπών. Κατέβηκε τα σκαλοπάτια και βρέθηκε στην
πλατεία.
Πήρε τη Φιλελλήνων κι ακολούθησε το ρεύμα
των λεωφορείων. Σε λίγα λεπτά έφτασε στην οδό Κυδαθηναίων στην Πλάκα. Ρώτησε σ’
ένα περίπτερο στη γωνία προς τα πού έπεφτε η εκκλησία της Μεταμορφώσεως του
Σωτήρος. Σ’ αυτήν είχε γίνει ο γάμος του ποιητή προτού φύγει με την ελληνική
κυβέρνηση τον Απρίλιο του 1941 στην Κρήτη και στην Αίγυπτο. Προχώρησε λίγο ακόμη. Τα πεζοδρόμια
και οι γύρω πάροδοι ασφυκτικά γεμάτοι κόσμο , κυρίως νέους. Όταν έφτασε έξω από
στην εκκλησία το ίδιο, όπως και στην στο προαύλιο. Ένιωσε κάπως αμήχανα με το
στεφάνι στο χέρι. Προχωρούσε με δυσκολία. Παραμέριζαν ο κόσμος κι άνοιγαν
διάδρομο, ώσπου έφτασε στην είσοδο και μπήκε με δυσκολία στην εκκλησία. Το
φέρετρο στο βάθος. Πώς έφτασε μπροστά στο σκήνωμα του ποιητή, πώς έφυγε το
στεφάνι από τα χέρια του και βρέθηκε μαζί με τα λίγα στεφάνια δεν μπορούσε να
πει με σιγουριά. Ό,τι ακολούθησε ήταν στιγμές μεγάλης σιγκίνησης. Μόλις
τέλειωσε η νεκρώσιμη ακολουθία ακούστηκε
μια φωνή κοντά στην είσοδο: ‘Αθάνατος’ και ο κόσμος την επανέλαβε κι άρχισε να
τραγουδάει ‘Στο περιγιάλι το κρυφό’. Κι ύστερα το ‘Πότε θα κάνει ξαστεριά’. Η έξοδος της σορού από την
εκκλησία, τα χειροκροτήματα του πλήθους που τραγουδούσε τον Εθνικό Ύμνο μέσα
στο δειλινό της Αττικής.[αττικό δείλις] ήταν κάτι το ανεπαλάληπτο.
Το φέρετρο τοποθετήθηκε σε αυτοκίνητο,
ακολουθούσαν νέοι κρατώντας τα στεφάνια κι η πομπή ξεκίνησε για το Α΄ Νεκροταφείο. Κυδαθηναίων, Φιλελλήνων, λεωφόρος Αμαλίας, Αθανασίου
Διάκου και Αναπαύσεως. Αστυνομικές δυνάμεις, με στολή και πολιτικά, γύρω από
τον ναό της Σωτήρας, σε όλη τη διαδρομή
και μπροστά στο Α’ Νεκροταφείο. Ήταν μια στιγμή στην πορεία που την κράτησε στη
μνήμη του όλα τα χρόνια αργότερα. Είχε φτάσει
η πομπή μπροστά στην Πύλη του Αδριανού. Αυτό το φως του απογεύματος και
το πλήθος που τραγουδούσε τους στίχους του ποιητή και τα συνθήματα για την
ελευθερία. Ήταν οι φωνές νέων, από κορίτσια και αγόρια. Ενώνονταν σε μιαν
αξεδιάλυτη φωνή μελωδική, σαν να μην ήταν σε κηδεία όλος αυτός ο κόσμος. Κι οι
αχτίνες του ήλιου του απογεύματος όπως έπεφταν στην Πύλη του Αδριανού και στα
πρόσωπα. Οι νέοι που κρατούσαν τα στεφάνια κι ο αργός βηματισμός τους. Η πομπή
σταμάτησε κι ο κόσμος χιλιάδες άρχισαν
να τραγουδάνε ‘‘Το περιγιάλι το κρυφό’’. Στο βάθος πίσω η Ακρόπολη και τα
τρόλει και τα λεωφορεία περίμεναν να συνεχίσει η πομπή προς την Αναπαύσεως.
Βρέθηκε κοντά στη σωρό του ποιητή, αυτοί που παράστεκαν δεξιά κι αριστερά της
σωρού κι ανάμεσά τους ο Στρατής Τσίρκας. Λίγο πιο πίσω οι νέοι με τα στεφάνια
σε δυο σειρές. Θα ήταν κι αυτό των Κυπρίων φοιτητών. Ποιος θα το κρατούσε; Η
πομπή ξεκίνησε πάλι. Αριστερά οι Στήλες του Ολυμπίου Διός.
Μπροστά στην είσοδο του Α΄ Νεκροταφείου,
όπου έφτασαν λίγο μετά τις πέντε, ένστολοι αστυνομικοί παραταγμένοι δεξιά και
αριστερά κι ο κόσμος σχηματίζοντας το σήμα της νίκης με τα χέρια υψωμένα επαναλάμβανε
ρυθμικά ‘Α-θά-να-τος’, ‘Ε-λευ-θε- ρία’, ‘Δη-μο-κρα-τί-α’. Δεν θυμάται πόση ώρα
χρειάστηκε για να μπει στο νεκροταφείο, νέοι και νέες περνούσαν σιγά σιγά μέσα
τραγουδώντας τους στίχους του ποιητή. Αυτό το απόγευμα του Σεπτεμβρίου με τις
τελευταίες ακτίνες του ήλιου και τα μάρμαρα να λάμπουν ήταν μια ανεπανάληπτη μάζωξη των νέων κάτω από τον
ουρανό της Αττικής. Κανείς δεν έφευγε, όλοι θέλανε να φτάσουνε στον τάφο του ποιητή. Πλάι του
ήταν ο Στέφανος, συμφοιτητής και φίλος, από την Κωνσταντινούπολη, πρόσφυγας
μετά τα γεγονότα στην Κύπρο τον Δεκέμβριο του 1963, και τώρα ζούσε στην Κρήτη. Μέσα στον συνωστισμό άρχισε να τον
ρωτάει για τις ‘Δοκιμές’ του ποιητή, έκδοση Φέξη:
-Θα το κρατήσω ως την άλλη
βδομάδα το βιβλίο.
-Όσο καιρό το χρειάζεσαι,
όσο καιρό θες.
-Δύσκολο να φτάσουμε στον
τάφο. Όλα τα παιδιά θέλουν να πάρουν κάτι , ένα λουλούδι μαζί τους. Οι μπάτσοι
τα χάσανε, δεν περίμεναν τόσος κόσμος να κατέβει ως εδώ.
- Μα πώς να μην έρθει χιλιάδες κόσμος, μαθητές
και φοιτητές. Κι αυτά που είπε στη δήλωσή του για τον γκρεμό που έβλεπε μπροστά
του…
- Είναι και η Κύπρος πίσω απ’ αυτή την
κουβέντα του. Δεν είδες τι έκαναν οι αστυνομικοί όταν έφτασαν οι νέοι με τα
στεφάνια;
- Όχι, τι έγινε;
-Τους πήραν τα στεφάνια.
Ήθελαν να αποφύγουν τους ξένους δημοσιογράφους για όσα έγραφαν οι πολιτικοί
κρατούμενοι σ’ αυτά. Μέσα στη σύγχυση που προκλήθηκε ένας τράβηξε την κορδέλα
από το στεφάνι κι ένας άλλος φοιτητής με
καστανά γένια πήγε και τράβηξε κι αυτός την κορδέλα από το δικό του στεφάνι.
Πέρασε αρκετή ώρα. Είχε πλησιάσει στον
τάφο. Νέοι και νέες προσπαθούσαν να πάρουν ένα λουλούδι. Έχασε τον Στέφανο μέσα
στο στριμωξίδι. Πήρε κι αυτός ένα κόκκινο γαρίφαλο και με δυσκολία πήρε την
κατεύθυνση προς την είσοδο. Κάποιοι ψιθύριζαν ένα τραγούδι. Όλοι κρατούσαν από
ένα λουλούδι στο χέρι.
Από την Αναπαύσεως έφτασε στη Βασιλίσσης
Αμαλίας. Στην Πλατεία Συντάγματος νέοι που μόλις είχαν φύγει από το Α΄
Νεκροταφείο. Και ένστολοι αστυνομικοί παραταγμένοι. Όπως κατέβαινε την
Πανεπιστημίου με το γαρίφαλο στο ένα χέρι για να πάρει το λεωφορείο, θυμήθηκε
τι του είχε πει ο Στέφανος προτού τον χάσει μέσα στο πλήθος.
- Για το δράμα αυτού του τέλους και να μην
βρεθεί στην ανάγκη να ξαναμιλήσει, φαίνεται ότι εννοούσε το νησί. Και το ποίημα
με τις γάτες στο μοναστήρι, νομίζω, συνδέονται άμεσα. Τέτοιο καημό για την
Κύπρο δεν έχω συναντήσει σε άλλο λογοτέχνη.
Πήρε το λεωφορείο για τους Αμπελόκηπους
την ώρα που μια σάλπιγγα χρυσή και ρόδινη˙ το δείλι έπεφτε πάνω στην Αθήνα. Σκεφτόταν τον νέο που
έτρεξε και πήρε την κορδέλα από το στεφάνι που του είχαν πάρει οι αστυνομικοί.
Κι αυτό θα το μάθαινε αργότερα, σαράντα τόσα χρόνια μετά, σε μια καφετέρια στο
Μοναστηράκι. Ήταν ο φίλος ποιητής Με το τρομπόνι και το
μεγάλο του καπέλο. Κουβέντιαζαν, ήτανε κι ένας άλλος φίλος στην
παρέα. Δεν θυμόταν πώς το ’φερε η κουβέντα κι ο φίλος με το
φαρδύ καπέλο ανάφερε πως κρατούσε ένα από τα στεφάνια στην κηδεία του ποιητή.
Άρχισε κι ο Κύπριος την αφήγηση για το στεφάνι που είχε αγοράσει από το
ανθοπωλείο στο Σύνταγμα, τι έγραφε πάνω στην κορδέλα και τι σύμπτωση. Τόσα
χρόνια φίλοι γκαρδιακοί και δεν γνώριζαν αυτή τη συνάντηση στην εκκλησία της
Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στην Πλάκα και πως το στεφάνι των Κυπρίων το κρατούσε
ο ποιητής με το τρομπόνι και το φαρδύ καπέλο. Και πως είχε φυλάξει την κορδέλα από τότε. Όταν
επέστρεψε στο ξενοδοχείο ο φίλος τού τηλεφώνησε και του διάβασε αυτά που
υπαγόρευσε στον ανθοπώλη να γράψει στο στεφάνι στις 22 Σεπτεμβρίου 1971 στην
Αθήνα, μέρα Τετάρτη.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




