Δημοφιλείς αναρτήσεις

Προς Αναγνώστη Καλωσόρισμα και μια εξήγηση

Αγαπητέ αναγνώστη, καλώς όρισες στα μέρη μας, μπορείς να ξεκουραστείς λίγο εδώ, δεν έχουμε θέματα που λειτουργούν σαν ενοχλητικές μυίγες, εδώ θα βρεις κάποια κείμενα ποίησης ή πεζά, κείμενα φιλοσοφίας, αρχαίου ελληνικού λόγου, κείμενα γραμμένα στις πιο γνωστές ευρωπαϊκές γλώσσες, (μια καλή μετάφραση εκ μέρους σου θα ήταν ευπρόσδεκτη) που μου έκαναν εντύπωση, αν κι εσύ βρεις κάτι, πολύ ευχαρίστως θα το δημοσιεύσω αν είναι κοντά σ'αυτά που αποτελούν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα αυτού του μπλόγκ. Επίσης η Τέχνη αποτελεί κεντρική θέση όσον αφορά στις δημοσιεύσεις αυτού του ιστότοπου, αφού η πρωταρχική μου ενασχόληση από εκεί ξεκινά κι' εκεί καταλήγει. Φανατικά πράγματα μην φέρεις εδώ, δεν είναι αυτός ο τόπος, φτηνές δημαγωγίες επίσης εξαιρούνται, σκέψεις δικές σου, γνήσιες, προβληματισμούς δικούς σου, πολύ ευχαρίστως, ανακύκλωση εκείνου του χαώδους, όπου σεύρω κι όπου μεύρεις, δεν το θέλω. Οι καλές εξηγήσεις κάνουν τους καλούς φίλους. Εύχομαι καλή ανάγνωση.

σημ: κάθε κείμενο μπορεί να αναδημοσιευτεί ελεύθερα φτάνει να αναφέρεται οπωσδήποτε
η πηγή του, δηλ, η ονομασία του μπλόγκ μου.
Σας ευχαριστώ για την κατανόηση!







Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

ΗΓΕΜΟΝΑΣ ΜΑΚΙΑΒΕΛΛΙ



Cap. 5. Quomodo administrandae sunt civitates vel principatus, qui, antequam occuparentur suis legibusvivebant. [In che modo si debbino governare le città o principati li quali, innanzi fussino occupati, sivivevano con le loro legge.]

Quando quelli stati che s’acquistano, come è detto, sono consueti a vivere con le loro legge et in libertà, a volerli tenere, ci sono tre modi: el primo, ruinarle; l'altro, andarviad abitare personalmente; el terzo, lasciarle vivere con le sua legge, traendone una pensione e creandovi drento uno stato di pochi che te le conservino amiche. Perché,sendo quello stato creato da quello principe, sa che non può stare sanza l'amicizia e potenzia sua, et ha a fare tutto per mantenerlo. E più facilmente si tiene una città usa avivere libera con il mezzo de' sua cittadini, che in alcuno altro modo, volendola preservare.
In exemplis ci sono li Spartani e li Romani. Li Spartani tennono Atene e Tebe creandovi uno stato di pochi; tamen le riperderono. Romani, per tenere Capua Cartagine eNumanzia, le disfeciono, e non le perderono. Vollono tenere la Grecia quasi come tennono li Spartani, faccendola libera e lasciandoli le sua legge; e non successe loro: in modo che furono costretti disfare molte città di quella provincia, per tenerla. Perché, in verità, non ci è modo sicuro a possederle, altro che la ruina. E chi diviene patrone di una città consueta a vivere libera, e non la disfaccia, aspetti di esser disfatto da quella; perché sempre ha per refugio, nella rebellione, el nome della libertà e li ordini antichisua; li quali né per la lunghezza de' tempi né per benefizii mai si dimenticano. E per cosa che si faccia o si provegga, se non si disuniscano o si dissipano li abitatori, nonsdimenticano quel nome né quelli ordini, e subito in ogni accidente vi ricorrono; come fe' Pisa dopo cento anni che ella era posta in servitù da' Fiorentini. Ma, quando lecittà o le provincie sono use a vivere sotto uno principe, e quel sangue sia spento, sendo da uno canto usi ad obedire, dall'altro non avendo el principe vecchio, farne uno infra loro non si accordano, vivere liberi non sanno; di modo che sono più tardi a pigliare l’arme, e con più facilità se li può uno principe guadagnare et assicurarsi di loro. Ma nelle repubbliche è maggiore vita, maggiore odio, più desiderio di vendetta; né li lascia, né può lasciare riposare la memoria della antiqua libertà: tale che la più sicura viaè spegnerle o abitarvi.

Πως πρέπει να κυβερνούνται οι πολιτείες κι οι ηγεμονίες, που  πριν κατακτηθούν ζούσαν κάτω από τους δικούς τους νόμους.

Όταν τα  κράτη που κατακτούνται όπως είπαμε, είναι συνηθισμένα να ζούνε, κάτω απ ΄τους δικούς τους νόμους σε ελεύθερο καθεστώς, τρεις  είναι οι  τρόποι για να κρατηθούν. Ο πρώτος είναι να χαλαστούν ολοκληρωτικά, ο δεύτερος να μεταφέρει ο κατακτητής την έδρα του σ ΄ αυτά κι ο τρίτος να τ ΄αφήσει να ζούνε με τους δικούς τους νόμους, πληρώνοντας σ ΄ αυτόν μόνο ένα μέτριο φόρο και να ιδρύσει κράτος που να το κυβερνούν λίγα πρόσωπα και να φροντίζουν να διατηρούν τη φιλία τους μ ΄ αυτόν. Πραγματικά όταν το κράτος αυτό έχει δημιουργηθεί από τον κατακτητή ηγεμόνα, ξέρει ότι χωρίς τη φιλία  και τη δύναμή του δεν μπορεί να υπάρξει κι ότι πρέπει να προσπαθεί αδιάκοπα να διατηρήσει τον ηγεμόνα αυτό.  Είναι εξ άλλου πιο εύκολο ένα κράτος συνηθισμένο στη ελευθερία να κυβερνηθεί από τους δικούς του πολίτες παρά από άλλους.
Οι Σπαρτιάτες και οι Ρωμαίοι, μπορεί σ ΄αυτά να μας γίνουν παράδειγμα. Οι Σπαρτιάτες διατήρησαν τις Αθήνες και τις Θήβες δημιουργώντας μέσα στις πόλεις τούτες κράτη ολιγαρχικά. Μολοταύτα τις ξανάχασαν. Οι Ρωμαίοι για να κρατήσουν την Καπούη, την Καρχηδόνα, την Νουμία, τις καταστρέψανε κι έτσι δεν τις ξανάχασαν. Θέλησαν να κρατήσουν την Ελλάδα κατά την μέθοδο των Σπαρτιατών παραχωρώντας δηλαδή σ ΄αυτήν ελευθερίες και μη αγγίζοντας τους νόμους της. Αλλά η μέθοδος αυτή απέτυχε τόσο πολύ ώστε υποχρεώθηκαν για να τη διατηρήσουν να καταστρέψουν πολλές πόλεις, γιατί, μα την αλήθεια, δεν υπάρχει πιο βέβαιο μέσο κατοχής από το ξεθεμέλιωμα. Και κείνος που γίνεται κύριος  μιας πόλης, αν είναι συνηθισμένη στην ελεύθερη ζωή και που δεν την καταστρέφει , διατρέχει τον κίνδυνο να τον καταστρέψει αυτή. Σ ΄ένα τέτοιο κράτος η εξέγερση υποδαυλίζεται αδιάκοπα εις  τ΄ όνομα της ελευθερίας και την αναπόληση των αρχαίων θεσμών, πράματα που μήτε η παράταση της κατοχής, μήτε τα ευεργετήματα, μήτε οι χάριτες μπορούν να κάμουν να λησμονηθούν. Ό,τι και να κάμει ο ηγεμόνας, οποιαδήποτε μέτρα και να λάβει, αν δεν φέρει ανάμεσα στους κατοίκους τις διενέξεις ή δεν τους ξεριζώσει, αυτοί ποτέ δεν ξεχνούν τ ΄όνομα της ελευθερίας, μήτε τους νόμους των και σε κάθε ευκαιρία τα επικαλούνται, όπως το έκαμε η Πίζα εκατό χρόνια ύστερα από την υποδούλωσή της στους Φλωρεντινούς. Αλλά για τις πόλεις και τις επαρχίες, που είναι συνηθισμένες να ζουν κάτω από  ηγεμόνα, το πράμα διαφέρει. Όταν η οικογένεια του ηγεμόνα τους έχει σβύσει, οι κάτοικοι, όντας συνηθισμένοι στην υπακοή, μη μπορώντας να εκλέξουν με κοινή συμφωνία νέον ηγεμόνα και μη γνωρίζοντας να ζουν ελεύθεροι, δεν βιάζονται να ξεσηκωθούν κι έτσι ένας ξένος ηγεμόνας πιο εύκολα τους κατακτά και κατόπιν εξασφαλίζεται έναντί τους. Στις δημοκρατίες όμως  υπάρχει μεγαλύτερη ζωτικότητα, δυνατότερο μίσος κι εχθρότητα και πόθος πιο βαθύς για εκδίκηση. Η αναπόληση της παλιάς ελευθερίας δεν τους αφήνει ήσυχους μήτε στιγμή, ώστε η καλύτερη μέθοδος είναι  ή να τις καταστρέφει ή να κατοικήσει μόνιμα σ ΄αυτές.

Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ - ΑΦΗΓΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ


             

Θυμήθηκα την αφήγηση της κυρίας Βασιλικής  πριν από πολλά χρόνια στο Φικάρδου, ένα χωριό κοντά στο κρησφύγετό του. Εξιστορούσε το γεγονός του θανάτου του Αυξεντίου, ήταν μια αφήγηση μέσα στην αφήγησή της. Είχαμε πάει τότε με έναν φίλο, τον Κώστα Αγγέλη, να δούμε τα διατηρητέα σπίτια λαικής αρχιτεκτονικής. Τη βρήκαμε στο εστιατόριο, πήρε το κλειδί και κατηφορίσαμε σε ένα δρομάκι.
     Το χωριό έχει εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους του με τα χρόνια. Ήταν  ένα σπίτι όπως ήσαν τα σπίτια τον δέκατο ένατο αιώνα. Μας ξενάγησε η κυρία Βασιλική. Η ίδια από το χωριό, προτού φύγουν κι οι τελευταίοι κάτοικοι, γνώριζε με κάθε λεπτομέρεια τις έρημες τώρα γειτονιές, τους ανθρώπους που έμεναν στο κάθε σπίτι και τα γενεαλογικά τους δένδρα από πολύ παλιά. Δεν ξέρω πώς μου ήρθε κάποια στιγμή και τη ρώτησα αν θυμάται τη μάχη του Αυξεντίου με τους Εγγλέζους.
     -Ναι, μου κάνει. Πηγαίναμε και δουλεύαμε στο μοναστήρι, στα κτήματα.
      Το πρόσωπό της πήρε μια έκφραση αλλιώτική. Έσκυψε, σαν να προσπαθούσε κάτι να κρύψει.
-Θυμάστε τη μέρα εκείνη; Πήγατε στα κτήματα;
-Όχι, δεν προλάβαμε. Μόλις πλησιάσαμε στην κορυφή τις πλαγιάς, σε μια στροφή στο μονοπάτι που οδηγούσε στο κτήμα του μοναστηριού όπου δουλεύαμε, στρατιώτες πάνοπλοι μας κόψανε τον δρόμο φωνάζοντας στη γλώσσα τους. Με το ’να χέρι κρατούσαν τα όπλα τους και με το άλλο μας έδειχναν να σταματήσουμε. Φοβηθήκαμε. Έκαναν συχνά έρευνες στο χωριό μας αλλά πρώτη φορά είχαν αγριέψει τόσο πολύ…
-Τι ήθελαν να μάθουν από σας, ρώτησε ο Αγγέλης.
   Η γυναίκα είχε ένα ύφος πληγωμένο και κάτι σαν θυμός είχε αλλάξει την έκφραση στο πρόσωπό της.
-Τι να σας πω, με φέρνετε σε δύσκολη θέση. Πάμε να προλάβουμε να δείτε και το άλλο σπίτι.
-Πέστε μας δυο λόγια. Εγώ δεν ξέρω τι συνέβηκε τότε, λέγονται διάφορα. Ζω εδώ δυο χρόνια κι όσα διάβασα είναι μια θολή αφήγηση, της είπε.
     Στάθηκε για λίγο σκεφτική. Κοιτούσε αμήχανα κι ύστερα πήγε προς το παράθυρο και νομίζαμε πως θα το έκλεινε για να φύγουμε. Στο βάθος φαινότανε το βουνό και πρέπει πίσω από την κορυφή να ήταν το μοναστήρι και κάπου εκεί το κρησφύγετο. Δεν έκλεισε το παράθυρο κι ήρθε κοντά μας. Άρχισε την αφήγηση λίγο διστακτικά στην αρχή, μα στη συνέχεια αφέθηκε στον προφορικό της λόγο, σαν να τα είχε κάπου κρυμμένα μέσα της και εξιστορούσε τα περιστατικά με κάθε λεπτομέρεια, ό,τι είδε κι έζησε η ίδια. Μας είπε ότι πρώτη φορά, ύστερα από τόσα χρόνια κάθεται και τα εξιστορεί και πως την πληγώνει αυτό. Είναι σαν να τα ζει και πάλι.
      «Μας έβαλαν όλες μαζί κάτω από ένα δέντρο, μας πήρανε τα καλάθια με το φαγητό κι αρχίσανε να μας ερευνούν πατόκορφα. Μας ρωτούσαν διάφορα, κάποιος σε σπασμένα ελληνικά έκανε τον μεταφραστή  στους στρατιώτες τι απαντούσαμε. Θυμάμαι, ρωτούσανε κυρίως τι ξέραμε για τους τρομοκράτες, έτσι τους λέγανε. Ήμουνα μικρή και ρώτησα τη μάνα μου ποιους ψάχνουνε και με τράβηξε ένας στρατιώτης απότομα κι αυτός με τα πολιτικά άρχισε να κάνει τη μετάφραση. Ύστερα μου έδωσαν μια σοκολάτα και με πήγανε πιο πέρα σε έναν εγγλέζο με αυτόματο. Τον χαιρέτησαν οι άλλοι στρατιώτες, ήρθε κι αυτός που τους έλεγε στη γλώσσα τους τι λέγαμε στη δική μας.
      Ήθελαν να μάθουν από μένα αν ήξερα κάποιους ανθρώπους που κρύβονταν εκεί τριγύρω. Μικρή ήμουνα αλλά καταλάβαινα ότι ήτανε για αυτούς που είχα ακούσει να μιλάνε χαμηλόφωνα ο πατέρας κι η μάνα μου κι είχανε γλυτώσει από τις έρευνες των στρατιωτών. Κι ούτε με τα ελικόπτερα που πετούσανε μέρες στην περιοχή δεν κατάφεραν να τους βρούνε. Μου έλεγαν να τους πω αν άκουσα κάτι και πως θα μου δίνανε κι άλλη σοκολάτα. Είπα σ’ αυτόν με τα πολιτικά, από φόβο, πως δεν μ’ άρεσαν οι σοκολάτες. Κάτι θα έγινε ξαφνικά, γιατί αυτός με το τομιγκαν άρχισε να φωνάζει στη γλώσσα τους στους άλλους και μιλούσε σε ένα παράξενο μηχάνημα. Δεν ήξερα, παιδί εγώ τότε, τι ήταν αυτό. Όταν μεγάλωσα κατάλαβα ότι μιλούσε  στον ασύρματο και του ’διναν διαταγές. Όλοι έτρεχαν κι άκουγα ένα κλικ που έκαναν τα όπλα τους. Με πήραν κι εμένα κοντά στους δικούς μου και μας είπε ο κύριος που έκανε τον μεταφραστή να μην κουνηθούμε απ’ εδώ κι άρχισαν να γράφουν τα ονόματά και την ηλικία μας.
      Ακούστηκε θόρυβος από ελικόπτερο κι ύστερα το είδαμε να περνάει πάνω από τα κεφάλια μας και χάθηκε πίσω  από την κορυφή του βουνού. Με έπιασε φόβος και λύπηση για όλα αυτά που γίνονταν και με το κοριτσίστικο μυαλό μου έλεγα μέσα μου πως αυτοί οι δικοί μας, θα γλύτωναν από τον τρόμο των ξένων στρατιωτών. Κάποια στιγμή είδα το πρόσωπο του πατέρα μου. Σκούπιζε με τον αντίχειρα του αριστερού χεριού τα μάτια του. Νόμιζα πως κάτι είχε πάθει  και πήγα κοντά του. Δεν πρόλαβα να τον ρωτήσω κι ήρθε ένας στρατιώτης και με τράβηξε απότομα από το χέρι κι εγώ έβαλα τα κλάματα. Φώναζαν κι οι άλλοι που μας φυλάγανε με τα τόμιγκαν. Άρχισαν κι οι γυναίκες το κλάμα, ήτανε σαν να μοιρολογούσανε κι αυτός που έκανε τη μετάφραση μας είπε να σταματήσουμε και πως σε λίγο θα μας άφηναν να φύγουμε για τα σπίτια μας και δεν μπορούσαμε να πάμε στη δουλειά μας.
      Είχε πια ξημερώσει για καλά και δεν βλέπαμε τέλος σε αυτή την περιπέτεια. Πάλι ακούστηκε θόρυβος. Δυο ελικόπτερα πετούσαν χαμηλά με την ίδια κατεύθυνση του πρώτου που πέρασε προηγουμένως. Είχα συνηθίσει με αυτά, μήνες πετούσανε πάνω από το χωριό μας. Εμείς παιδιά, πρώτη φορά βλέπαμε ελικόπτερα και μας έκανε εντύπωση. Πετούσαν φυλλάδια, πού και πού σοκολάτες και καραμέλες.

»Ήμουνα πολύ μικρή και φοβόμουν με όλα αυτά που γίνονταν. Έβρεχε  ασταμάτητα και κρύωνα. Όλο έλεγα στον εαυτό μου πως σε λίγο θα φεύγαμε για το χωριό. Ερχόταν όμως συνέχεια στρατός κι οι μεγάλοι κοιτούσανε προς τη μεριά όπου βρισκότανε το μοναστήρι και είχαν πάει τα ελικόπτερα. Οι ξένοι φορούσαν αδιάβροχα και πρόβαλλαν οι κάνες των όπλων τους μέσα από αυτά. Κάποια στιγμή ακούστηκαν πυροβολισμοί. Σταμάτησαν για λίγο κι ύστερα ο απόηχος τους έφτανε στ’ αφτιά μου και με φόβιζε. Κι ένα τρέμουλο που δεν σταματούσε με τίποτε μ’ έκανε να βάλω τα κλάματα. Ήρθε και μ’ αγκάλιασε η μάνα μου, αλλά εγώ τίποτα. Έκλαιγα περισσότερο και το τρέμουλο τρέμουλο. Δεν καταλάβαινα τι γινότανε κι όσο ακουγόντουσαν ασταμάτητα οι πυροβολισμοί νόμιζα πως θα έφταναν ως εμάς. Κι έλεγα , πού να εννοούσα τότε, ότι οι δικοί μας είναι μέσα στο μοναστήρι κι αυτοί απ’ έξω και δεν θα τα κατάφερναν να μπούνε μέσα.
     » Θα ’χε περάσει το μεσημέρι κι όπως με κρατούσε η μάνα μου από το ένα χέρι και με τ’ άλλο σκούπιζα τα μάτια μου που με καίγανε από τα δάκρια, ακούστηκε μια φοβερή έκρηξη κι όλοι ταρακουνηθήκαμε, ακόμη κι οι στρατιώτες.  Σαν να είχε γίνει σεισμός κι οι μεγάλοι είχαν μια τέτοια έκφραση στα πρόσωπα που με τρόμαξε. Μια γυναίκα ψέλλιζε κάτι μέσα σε αναφιλητά μα δεν μπορούσα να καταλάβω τι έλεγε. Είχα μια απροσδιόριστη υποψία ότι οι ξένοι στρατιώτες δεν είναι το μοναστήρι που χτυπούσανε με τα όπλα τους. Όταν αργά το απόγευμα,   μας άφησαν και πήγαμε πίσω    στο χωριό, άκουγα τους μεγάλους που μίλαγαν για τον Αυξεντίου και πως δεν βγήκε να παραδοθεί στους Άγγλους. Και πως ύστερα ρίξανε βενζίνη στο κρησφύγετό του, βάλανε εκρηκτικά και προκάλεσαν την έκρηξη που ήταν σαν σεισμός. Έλεγαν πως το έκαναν αυτό και τον έκαψαν, γιατί έτσι αντιδρούνε κάθε φορά που δεν τα καταφέρνουν. Κι ας είναι πολιτισμένοι κι ας έχουν μεγάλες πόλεις που τις διασχίζουνε τρένα κάτω από την επιφάνεια της γης. Σ’ όλη τη διαδρομή, όταν επιστρέφαμε στο χωριό, μας φύλαγαν στρατιώτες και δεν μας επέτρεπαν να μιλάμε. Και μας είχανε κατ’ οίκον περιορισμό για μια βδομάδα. Φορούσανε λαστιχένια παπούτσια και δεν τους ακούγαμε όταν περιπολούσαν στους δρόμους. Είχαν κάνει και συλλήψεις, γιατί έψαχναν να βρουν τους κρυψώνες με τα όπλα που είχε σε χωριά της περιοχής ο Αυξεντίου.
     »Μεγάλη πια, τα έμαθα όλα τι είχε γίνει εκείνη την Κυριακή, 3 του Μάρτη. Εγώ συνέχισα να δουλεύω στα κτήματα του μοναστηριού κι έτσι άκουσα πολλές λεπτομέρειες και πώς τον βρήκανε και πόσο καιρό έψαχναν για αυτό. Θυμάμαι, τον επόμενο χρόνο, μικρή ακόμη, την ίδια μέρα, πήγαμε πάλι και η ορεινή περιοχή όπου είχε γίνει η μάχη, ήτανε κατάμεστη  από ανθισμένες αμυγδαλιές και το κρησφύγετο, κατεστραμμένο, βρισκόταν μέσα σε μια συστοιχία από πεύκα. Το σύνταγμα του Δούκα του Ουέλλιγκτον είχε αναλάβει την επιχείρηση και έμαθα και το όνομα του άγγλου στρατιώτη από το Λιντς που είχε σκοτωθεί, Πήτερ Μπράουν τ’ όνομα του. Και την άλλη μέρα είχε πάει με ελικόπτερο ο κυβερνήτης στο μοναστήρι κι όπως ήταν παραταγμένοι αυτοί του συντάγματος , τους επαινούσε για την επιτυχία τους εναντίον της  τρομοκρατίας.
     »Ο πατέρας του όταν πήγε να αναγνωρίσει τον γιο του κοιτούσε το απανθρακωμένο σώμα του, οικτρά παραμορφωμένο από τη φωτιά, με εγκαρτέρηση μπροστά στον αξιωματικό που τον συνόδευε. Κι όταν ο ξένος σήκωσε το ματωμένο χοντρό σεντόνι  που κάλυπτε τη σωρό του, δεν ξέσπασε σε κλάματα κοιτώντας το άφαντο πρόσωπο του παιδιού του με εγκαρτέρηση. Ο θάνατός του δεν έπρεπε να τον λυγίσει μπροστά στον εκπρόσωπο της αυτοκρατορίας που χρησιμοποίησε όλα τα μέσα στο όνομα της τάξης και του νόμου. Και μόνο όταν βγήκε έξω και αφού του αρνήθηκαν να του δώσουν το νεκρό σώμα, ό,τι απέμεινε από τον Γρηγόρη Αυξεντίου, για να το κηδεύσει με ευλάβεια, άρχισε να κλαίει.
    »Αργά το απόγευμα της Δευτέρας έγινε η ταφή του στις Κεντρικές Φυλακές κι ο ιερέας είπε τη νεκρώσιμη ακολουθία. Όταν πήγε ν’ ανοίξει  το φέρετρο, για να δώσει το τελευταίο φιλί στον νεκρό, ο εγγλέζος  αξιωματικός που είχε παρακολουθήσει και την  ταφή του Μιχαλάκη Καραολή, του είπε: ‘Πάτερ, δεν έχει πρόσωπο’. Αυτά όλα τα έμαθα πολύ αργότερα, μεγάλη πια. Έκτοτε, μέχρι σήμερα, αυτό που είπε ο ξένος στρατιωτικός, ότι δεν είχε πρόσωπο ο Γρηγόρης Πιερής  Αυξεντίου, το σκέφτομαι και το ξανασκέφτομαι γιατί το είπε. Τη μια φορά μου φαίνεται πως ήταν σε δύσκολη θέση για αυτό που έγινε. Ύστερα πάλι το βλέπω αλλιώτικα και λέω, δεν γίνεται, κάποια εντολή είχε να προστατεύσει την αυτοκρατορία και τ’ όνομα της βασίλισσας. Μίλησαν κάποιοι εδώ, είχαν και τις πληροφορίες αυτής της δικής τους, πώς της λένε, της Ιντέλιτζάν τους που είναι τ’ αφτί του κόσμου. Όλοι αυτοί δεν είχαν πρόσωπο, δικοί μας και ξένοι, κι όχι ο Γληόρης, που αν δεν σκοτωνότανε καλύτερα θα ήμασταν σήμερα.
      Στο Γούρρι, ένα χωριό λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, ήταν ο Χαρής. Αν ζει θα ’ναι ογδόντα με ογδόντα πέντε χρονών. Πηγαίνετε να τον βρείτε, θυμάται πολλές λεπτομέρειες τι έγινε τότε με τους Εγγλέζους. Εγώ ό,τι θυμόμουνα κι ό,τι έμαθα αργότερα σας το έχω πει. Ήρθατε να δείτε αυτά τα σπίτια τα παλιά και με έχετε φέρει σε δύσκολη θέση να σας μιλάω τόση ώρα για όλα αυτά που με μαραζώνουνε».
    
    
" φυλακισμένα μνήματα " του Πολ Γεωργίου
γ









Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

Manufacturing Consent
A Propaganda Model
excerpted from the book
Manufacturing Consent
by Edward S. Herman and Noam Chomsky
Pantheon Books, 1988



Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης χρησιμεύoυν ως ένα σύστημα για την κοινοποίηση  μηνυμάτων και συμβόλων προς  το γενικό πληθυσμό. Είναι η λειτουργία τους να διασκεδάζουν, να ψυχαγωγούν  να ενημερώνουν , και να εμφυσούν στα άτομα τις αξίες, τις πεποιθήσεις, και τους κώδικες συμπεριφοράς που θα τους ενσωματώσουν  στις θεσμικές δομές της ευρύτερης κοινωνίας. Σε έναν κόσμο  συγκεντρωμένου πλούτου  και μεγάλων συγκρούσεων   ταξικών συμφερόντων , για να εκπληρώσουν  αυτό το ρόλο απαιτείται συστηματική προπαγάνδα.

Σε χώρες όπου οι μοχλοί της εξουσίας βρίσκονται  στα χέρια μιας κρατικής γραφειοκρατίας, ο μονοπωλιακός έλεγχος των ΜΜΕ, που συχνά συμπληρώνεται απ΄την  επίσημη λογοκρισία, καθιστά σαφές ότι τα μέσα ενημέρωσης υπηρετούν τους στόχους μιας κυρίαρχης ελίτ. Είναι πολύ πιο δύσκολο να δούμε ένα σύστημα προπαγάνδας εν τη πράξει εκεί όπου τα μέσα μαζικής ενημέρωσης είναι ιδιωτικά και η επίσημη λογοκρισία είναι απούσα. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ανταγωνίζονται ενεργά, περιοδικά δε εκθέτουν και επιτίθενται  σε εταιρικές και κυβερνητικές κακοδιαχειρήσεις, και επιθετικά αυτοδηλώνονται  ως εκπρόσωποι για την ελευθερία του λόγου και το γενικό συμφέρον της κοινότητας. Αυτό που δεν είναι εμφανές (και παραμένει εκτός αναφοράς στα μέσα μαζικής ενημέρωσης) είναι ο περιορισμένος χαρακτήρας αυτών των κριτικών, καθώς και η τεράστια ανισότητα στη διαχείριση  των πόρων, και τις επιπτώσεις της, τόσο για την πρόσβαση σε ένα ιδιωτικό σύστημα των μέσων ενημέρωσης όσο και για τη συμπεριφορά και τα προγράμματά του.
Ένα μοντέλο προπαγάνδας εστιάζει σε αυτή την ανισότητα του πλούτου και της εξουσίας και στα πολυεπίπεδα αποτελέσματά της όσον αφορά στα συμφέροντα και τις επιλογές  των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Ανιχνεύει και αποτυπώνει  τις διόδους  μέσω των οποίων τα χρήματα και η δύναμη  είναι σε θέση να φιλτράρουν και να προσαρμόσουν  τις ειδήσεις για  εκτύπωση, περιθωριοποιούν τους διαφωνούντες , και επιτρέπουν  στην κυβέρνηση και τα κυρίαρχα ιδιωτικά συμφέροντα  να μεταφέρουν  τα μηνύματά τους  στο κοινό. Τα βασικά συστατικά του μοντέλου προπαγάνδας μας, ή το σύνολο των  "φίλτρων" ειδήσεων , εμπίπτουν στις ακόλουθες κατηγορίες: (1) Το μέγεθος, την ιδιοκτησία, τον πλούτο του ιδιοκτήτη, τον προσανατολισμό για κέρδη από τις κυρίαρχες επιχειρήσεις των  μέσων μαζικής ενημέρωσης  (2) Η διαφήμιση ως η κύρια πηγή εισοδήματος των μέσων μαζικής ενημέρωσης (3) Η εξάρτηση από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης σε πληροφορίες που παρέχονται από την κυβέρνηση,  επιχειρήσεις, και «ειδικούς» που χρηματοδοτούνται και εγκρίνονται από αυτές τις πρωτογενείς πηγές και παράγοντες της εξουσίας (4) επιθετικές κριτικές ως μέσο πειθάρχησης των μέσων μαζικής ενημέρωσης και (5) ο «αντικομμουνισμός» ως εθνική θρησκεία και μηχανισμός ελέγχου. Τα στοιχεία αυτά αλληλεπιδρούν και αλληλοενισχύονται. Η πρώτη ύλη των ειδήσεων πρέπει να περάσει μέσα από διαδοχικά φίλτρα, αφήνοντας μόνο το καθαρό υπόλοιπο  που ταιριάζει για να εκτυπωθεί.  Καθορίζουν  τα πεδία των συζητήσεων  και των ερμηνειών , καθώς και τον ορισμό του τι είναι γενικού ενδιαφέροντος κατά πρώτον, καθώς εξηγούν τη βάση και τη λειτουργία σ΄αυτό που αποτελεί τις εκστρατείες προπαγάνδας.

Η κυριαρχία των μέσων μαζικής ενημέρωσης  από μια  ελίτ και η περιθωριοποίηση των διαφωνούντων που προκύπτει από τη λειτουργία των φίλτρων αυτών γίνεται τόσο φυσικά ώστε οι άνθρωποι των ειδήσεων των  μέσων ενημέρωσης, συχνά λειτουργούν με πλήρη ακεραιότητα και  καλή θέληση, και  είναι σε θέση να πείσουν τον εαυτό τους ότι μπορούν να επιλέξουν και να ερμηνεύσουν τα νέα «αντικειμενικά», και με βάση την αξία  των ειδήσεων από επαγγελματικής σκοπιάς. Εντός των ορίων του φίλτρου περιορισμού  συχνά είναι αντικειμενικοί. Οι περιορισμοί είναι τόσο ισχυροί , και είναι ενσωματωμένοι  στο σύστημα με τέτοιο ουσιαστικό τρόπο, ώστε  βάσεις  εναλλακτικών επιλογών ειδήσεων είναι δύσκολο να  μπορεί να φανταστεί κανείς. Προσπαθώντας να εκτιμήσουν ειδησεογραφικά την αξία των ισχυρισμών  της κυβέρνησης των ΗΠΑ για την ανάγκη επείγουσας αποστολή MIGs  στη Νικαράγουα στις 5 Νοεμβρίου, I984, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης δεν παύουν  να αναλογίζονται  την προκατάληψη που είναι συνυφασμένη  με την προτεραιότητα που δίνεται στην κυβέρνηση να παρέχει τις  πρώτες ύλες, ή την πιθανότητα ότι η κυβέρνηση θα μπορούσε να χειραγωγήσει  τις ειδήσεις, επιβάλλοντας  τη δική της ατζέντα, και σκόπιμα να αποσπάσει  την προσοχή από άλλα γεγονόντα . Απαιτεί μια μακρο, μαζί με μια  μικρο-(ιστορία-με -ιστορία), θέαση   ,των επιχειρήσεων των ΜΜΕ, για να δείτε το σχέδιο της χειραγώγησης και της συστηματική προκατάληψης.

Mετάφραση: Νεοκλής Κυριάκου

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012



σχέδιο Νεοκλής Κυριάκου



Γιώργος Μοράρης


Νυμφοφιλία

Διαλέγετε το στοιχείο του ανέμου
καμωμένες από πάθη
που γίνονται διώκτες σας.
Τις δροσερές πνοές σας
αναζητούν να τις στραγγίσουν κυνηγοί
που θήλασαν μαστό μαινάδας.
Κρύβουν στις μπότες τους
πόδια τράγου
κι εσείς καταχθόνια θέλγητρα
να πολλαπλασιάζετε με τη βλάστηση
τον εαυτό σας.
Ακούμε τη φωνή του ς:
΄Οσες μπολιάστηκαν μ΄αγέρωχες δρυς
δεν συγγενεύουν με το αίμα των νυμφών;
Ντρέπονται τα πέπλα
κι έχουνε κόσμημα τη γύμνια –
Ακούμε τη φωνή σας:
- ΄Όταν πέφτουν τα πέπλα
μας χωρίζουν απ΄τους θεούς –

Κατευθύνετε τη φυγή μας
σ΄ένα μονοπάτι  που οδηγεί
στο σκοτεινό πνεύμα του δάσους.
Τότε μας κυκλώνετε
με μια χορευτική σκιά της μέλισσας
γύρω απ΄το νέκταρ του σπασμού μας
κρατώντας στο κλείσιμο των μηρών σας
τον πάταγο του ποταμού.
Τόσο αστείρευτοι κόλποι
όσο η καμπύλη του ορίζοντα
όταν ο ήλιος στο διάπυρο βύθισμά του
σε κείνο το αποδημητικό λυκόφως
ζωγραφίζει σύντομη
την αθάνατη μέρα μας.
- 

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΑΙΣΘΗΤΙΚΩΝ ΑΞΙΩΝ ( ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ)



Αλλοι μεγάλοι διανοούμενοι και ερευνητές της Σκέψης, ( Goethe, Marx, Hegel), έκαναν το ίδιο αργότερα, και σήμερα η Αισθητική, είναι μια ανεξάρτητη επιστήμη, που, αν και περίπλοκη αρκετά, μπορεί να φωτίσει τον μελετητή, που διαθέτει το ανάλογο φιλοσοφικό υπόβαθρο. Εμείς όμως θα δούμε το πράγμα, απ’ τη δική μας οπτική γωνία, χωρίς να περιπλακούμε σε ατελείωτους και λαβυρινθώδεις συλλογισμούς και αναλύσεις, με έννοιες όσο γίνεται πιο απλές και προσιτές στον καθένα από μας.


Ξεκινώντας από τη Φύση, συνηθίζουμε να θαυμάζουμε το γυμνασμένο αρμονικό σώμα, το υγιές κορμί και να απεχθανόμαστε τον άρρωστο, καχεκτικό και αγύμναστο οργανισμό. Θαυμάζουμε ένα ωραίο άλογο, ένα ψηλό και γερό δέντρο, αλλά μαγευόμαστε τα ίδιο, μπροστά σ΄ένα ολοπόρφυρο δειλινό, ή ένα πανοραμικό τοπίο. Χρησιμοποιούμε αυθόρμητα τη λέξη ωραίο, για να δηλώσουμε τα ευχάριστα συναισθήματα που ξεχειλίζουμε… Το δυνατό και υγιές συνδέεται με το ωραίο. Στην εκστατική ένωσή μας με τη φύση, σε μια ώρα ασυνήθιστη, εγκωμιάζουμε το αντικείμενο του θαυμασμού μας, με το ίδιο επίθετο. Στην παρούσα όμως περίπτωση, μας ενδιαφέρει αυτή η έννοια, όχι σαν επίθετο, αλλά σαν ουσιαστικό, και τη μεταθέτουμε από τη Φύση, στη σφαίρα της Αισθητικής.

Για να αισθανθούμε το ωραίο, πρέπει να είμαστε ευπαθείς δέκτες, καλλιεργημένοι, ευαίσθητοι, πρέπει να θέλουμε να γνωρίσουμε αυτή την εμπειρία, πρέπει να διψούμε για Τέχνη και να την θεωρούμε μια γνώση αξιόλογη και αναγκαία για το Πνεύμα μας. ΄Αλλως πως, είναι μάλλον απίθανο να λειτουργήσουμε αισθητικά. Ο άνθρωπος εκπαιδεύεται, για να είναι σε θέση να κατανοεί, και να απολαμβάνει αυτή την εμπειρία, στις σύνθετες εκδηλώσεις της.

Αν και τα πρότυπα του ωραίου που ο κόσμος κληρονόμησε από τους Αρχαίους ΄Ελληνες, επιβίωσαν μέχρι σήμερα, εντούτοις πολλά πράγματα άλλαξαν και διαφοροποιήθηκαν μέσα στους αιώνες. Πολλές επιρροές προσλήφθηκαν και αφομοιώθηκαν στη ροή της ιστορίας, και η μεγάλη αυτή παράδοση, που με την Αναγέννηση διαμόρφωσε τους κώδικες καλλιτεχνικής έκφρασης σε όλη την Ευρώπη, αρκετές φορές ταρακουνήθηκε και τέθηκε σε αμφισβήτηση και κριτική ανάλυση. Δεν είναι άσχετο αυτό με την εξάπλωση του Χριστιανισμού από τη μια, και την εξέλιξη της επιστήμης από την άλλη, όπου καινούριες συνθήκες και καινούρια οράματα, ήταν φυσικό να αλλοιώσουν το αισθητικό εγώ του ανθρώπου και να τον σπρώξουν να αναζητά κάθε τόσο ανανεωμένα σύμβολα και νέες φόρμες, για να εκφράσει νέα νοήματα και νέες εμπειρίες. ΄Αρα η κατανόηση της Τέχνης προϋποθέτει κάποτε ιστορική συνείδηση, αν είναι να μη λιθοβολούμε εμείς πρώτοι τους καινοτόμους και επαναστάτες δημιουργούς της.

Το ωραίο είναι πρώτ΄απ΄όλα μέσα μας. Ο δημιουργός μας προσφέρει το εργαλείο, να το ανακαλύψουμε, να το βγάλουμε έξω. Η ψυχή του ανθρώπου μοιάζει σαν ένα μεταλλείο. Ο καλλιτέχνης μας βοηθά να ανασύρουμε αυτό τα πολύτιμο μετάλλευμα που έχουμε βαθειά μέσα μας και να το γνωρίσουμε, να το καταλάβουμε. Είναι διεργασία που λαμβάνει χώραν υπόγεια, σκοπός της να ζωντανέψει όλο το είναι μας, να μας «θεραπεύσει». Πιστεύω απόλυτα πως η Τέχνη, στην πολύ πλατειά της λειτουργικότητα , πέραν από του να είναι και συνάμα γνωστική και διδακτική, πολιτική και θρησκευτική, είναι «θεραπευτική». Ισορροπεί τον άνθρωπο, θεραπεύει πληγές της ψυχής, δίνει νόημα στο χάος, πλουτίζει τον εσωτερικό κόσμο, εξυψώνει πάνω από την τύρβη της καθημερινότητας. Τον εξανθρωπίζει.

Με όλην αυτή τη δύναμη και επιρροή που μπορεί να έχει στον άνθρωπο, όχι λίγες φορές χρησιμοποιήθηκε σαν όπλο της εξουσίας ή της θρησκείας, για να προσεταιρισθεί τη μάζα, δηλ, τον κόσμο όπου η συνειδητή κρίση απουσιάζει. Χρησιμοποιήθηκε σαν εμβατήρια σε στρατούς, σαν προπαγάνδα σε πολέμους. Χρησιμοποιείται και σήμερα, για την εμπέδωση αξιών που εισάγονται αθόρυβα, από καταναλωτικές κοινωνίες, μαζί με τα προϊόντα τους.

Τώρα, πιο πολύ από χθές, χρειάζεται εκπαίδευση και προετοιμασία του πολίτη για να αντιλαμβάνεται ποιο είναι το ωραίο και ποιο είναι τα σκάρτο, στην κατανάλωση των εισαγομένων πολιτιστικών προϊόντων. Γιατί η έννοια του ωραίου δεν είναι μόνο συνδεδεμένη με τα μέσα έκφρασης, με το εξωτερικό κέλυφος του έργου Τέχνης, αλλά με αυτή ταύτην την ουσία του πράγματος, με την ιδέα που εκφράζεται, με το μήνυμα που θέτει ο δημιουργός σε κυκλοφορία. Σήμερα, όπου οι ιδέες, καμουφλαρισμένες με χίλιες δυο θελκτικές μορφές, κυκλοφορούν ανενόχλητα στα χέρια κερδοσκόπων εμπόρων, πρέπει να είμαστε σε θέση να ανιχνεύσουμε το ωραίο από το άσχημο, το ηθικό από το ανήθικο.

Εδώ τίθεται το ερώτημα, αν μπορούμε να ταυτίσουμε δυο ιδέες, ( ηθικό - ωραίο ),που ανήκουν φυσιολογικά σε διαφορετικά συστήματα αξιών. Ηθικής το ένα, Αισθητικής το άλλο. Η απάντηση δεν είναι δύσκολη, αν σκεφτούμε πως μια ιδέα με οποιοδήποτε ένδυμα κι αν την παρουσιάσουμε, για να είναι προοδευτικά τοποθετημένη, πρέπει να έχει σαν κίνητρο και σκοπό την απάμβλυνση των κοινωνικών διαφορών, τη στερέωση της Δημοκρατίας και στο σύνολό της να εξυπηρετεί τη ζωή και τις υγιείς δυνάμεις που την εκφράζουν. ΄Αρα υπάρχει ταύτιση όχι στα εξωτερικά σημεία αλλά στην ίδια την ουσία, γι αυτό και δεν μπορεί να είναι ωραία μια θέση πολεμόχαρη σε καιρούς ειρήνης, μια θέση ρατσιστική σε καιρούς παγκόσμιας συμφιλίωσης, μια ιδέα φανατισμού σε καιρούς συνδιαλλαγής και συναδέλφωσης. Ακόμα κι αν καμουφλαριστεί με ενδύματα πατριωτικά, ηθικοθρησκευτικά, ακόμη και αν μας δώσει ψευδώς την εντύπωση πως τα συμφέροντά μας προσωπικά και εθνικά, κινδυνεύουν, ανήκει στην αντίδραση και σαν ιδέα είναι οπισθοδρομική.

Κι έτσι φτάνουμε στο συμπέρασμα, πως η Τέχνη, δεν μπορεί να απομακρύνεται από τη ζωντανή πραγματικότητα, χωρίς βέβαια να καταντά επικίνδυνη προπαγάνδα, ή μασκαρεμένη προώθηση ψευδών ιδεωδών.

Η επαφή με τα καλλιτεχνικά πράγματα, καλλιεργεί το γούστο του ατόμου, κι έτσι έχουμε μια πρώτη αναγκαία βάση, που βοηθά στο πλησίασμα του έργου Τέχνης. «Όλοι κάνουμε μικροτεχνία», λέει ο Τσαρούχης. Ανεπτυγμένο γούστο σήμερα όμως, σημαίνει γνώση στην εκλογή προϊόντων, με καλαισθητική εμφάνιση, προς κατανάλωση. Δεν οδηγεί απαραίτητα, σε μια βαθύτερη, ουσιαστική σχέση με την Τέχνη, κι έτσι κινδυνεύουμε να πνιγούμε στα ρηχά, να χαθούμε στην επιφάνεια. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι, να δούμε το ωραίο και πέραν του γούστου. Σε μορφές που δεν συνηθίσαμε, που δεν είμαστε εξοικειωμένοι, στην απλότητα, την αυστηρότητα του ύφους, στο αναπάντεχο.

Η ζωγραφική στη σύγχρονη εποχή, όπως και η ποίηση, διανύουν μια ιδιαίτερη περίοδο αναπροσαρμογής των εκφραστικών των μέσων. Η φωτογραφία, ο κινηματογράφος, η ψυχολογία, η επιστήμη, επηρέασαν και επέφεραν αλλαγές στη σχέση άνθρωπος – φύση, άνθρωπος – πολιτισμός και , κατά συνέπεια, δημιουργός –κοινωνία. Δεν περιμένουμε, ούτε ζητούμε εδώ κι ένα αιώνα, η ζωγραφική να αποτυπώνει σαν φωτογραφία τον εξωτερικό κόσμο, ούτε να μας διηγείται όπως ο Tintoretto «σκηνές σε στυλ κινηματογραφικό» ( Picasso ). H φωτογραφική μηχανή τα κάνει καλύτερα, σχεδόν τέλεια.

Σπουδασμένοι ζωγράφοι και αυτοδίδακτοι(naïf) – μια σχέση αρμονικής αλληλοσυμπλήρωσης. ΄Ηταν τότε που ο τελωνοφύλακας Henri Rousseau, έπαιξε σημαντικό ρόλο με τη δουλειά του, στη ζύμωση των καλλιτεχνικών αναζητήσεων και με την σταθερότητα της φόρμας του, επηρέασε τους τότε κυβιστές πρωτοπόρους Braque και Picasso. Μπορούμε να θυμηθούμε σύγχρονα παραδείγματα, στο δικό μας χώρο, τέτοιων φαινομενικά ανορθόδοξων σχέσεων, που εξακολουθούν να μας πείθουν, πως η ζωγραφική δεν διδάσκεται αλλά είναι σύμφυτη κλίση, και δεν υπακούει σε Ακαδημίες και προγράμματα. Θεόφιλος και Τσαρούχης. Κάσιαλλος και Διαμαντής συνεχίζουν να αποδεικνύουν την αναλλοίωτη φύση του ταλέντου, είτε φοιτήσεις σε Ακαδημίες είτε όχι.

΄Ολην αυτή τη διαδρομή έκανα, λαμβάνοντας υπόψη πως ο θεατής πρέπει πρώτα να πάρει τη σωστή στάση μέσα του και να μη αφήσει τις λαθεμένες μισές γνώσεις – γνώμες να τον εμποδίσουν από του να σταθεί αγνά και καθαρά μπροστά στο έργο που θέλει να νιώσει, κι έτσι να μπορέσει δίκαια, να μοιραστεί κι αυτός τη χαρά του δημιουργού. Δεν απευθύνομαι στον χωρικό. Αυτός την Τέχνη του, αυτήν που έχει ανάγκη ( και που του την στερήσαμε βίαια ) την αντιλαμβάνεται πολύ καλά.

Απευθύνομαι στον άνθρωπο της πόλεως, στον σπουδασμένο Κύπριο, αυτόν που πηγαίνει στις εκθέσεις προκατειλημμένος, αυτόν που ξέρει σαν ζωγράφο μόνο τον τάδε συγγενή ή φίλο του, που παραδέχεται μόνο αυτούς που πουλάνε, ( σαν να είναι το χρήμα αξία πνευματική ), ξεχνώντας ότι ο λαός μας παρέδωσε αριστουργήματα,( ποίηση, τραγούδι, ζωγραφική κλπ) τζάμπα και αφορολόγητα, …κι ένα σωρό άλλα.

Μια κυρία σε μια ομαδική έκθεση, μιλώντας με τον ζωγράφο που παρουσίαζε τα έργα του (aquerello, νερομπογιά), ρώτησε: « Είναι ελαιογραφία αυτή η τεχνοτροπία;». Ελπίζω τα σχολεία, ν΄αρχίσουν να κάνουν καλή δουλειά πια, για ν΄αποφεύγονται τραγελαφικές του είδους τούτου περιπτώσεις. Η άγνοια και η προκατάληψη, κλείνουν το μάτια, που είναι τα παράθυρα της ψυχής και οδηγούν στην τύφλωση. Για τον πεθαμένο και τον τυφλό, τα κίτρινα ηλιοτρόπια του Van Gongh και τα νούφαρα της λίμνης του Monet, δεν υπάρχουν. Εμείς παίρνουμε ταπεινά πηλό, αλείβουμε τα μάτια αυτών που δεν βλέπουν με την ελπίδα πως θαύμα, θα γίνει πάλι.

ΝΕΟΚΛΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ

Ζωγράφος

ENA ΠΑΛΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΨΑ ΣΤΟΝ ΦΙΛΕΛΕΦΘΕΡΟ ΤΟ 1988


ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΑΙΣΘΗΤΙΚΩΝ ΑΞΙΩΝ




"Τι θλίψη για το ζωγράφο που λατρεύει τις ξανθές,

να μη μπορεί να τις βάλει στον πίνακά του γιατί δεν

ταιριάζουν μ΄ένα καλάθι φρούτα". PICASSO

( Cahiers d’ Art τεύχος 7, Οκτ. 1935 )



Το κείμενο που ακολουθεί σκοπό έχει ν΄αναλύσει μια σειρά από

έννοιες, που κρίνονται αναγκαίες για τη σωστή κατανόηση του έργου Τέχνης.

Δεν αποτελεί φιλοσοφικό δοκίμιο ή εργασία πρωτότυπη με ακαδημαϊκές φιλοδοξίες, αλλά προσπάθεια συμφιλίωσης κάποιου ορισμένου κοινού, προς

επιτεύξεις πνευματικές που έγιναν, όχι μόνο για ευχαρίστηση του δημιουργού, μα όπως πιστεύω, για να χαρίσουν κάποιες στιγμές ψυχικής πλήρωσης και εσωτερικής ικανοποίησης στον ευαίσθητο θεατή. Κι εδώ, έχουμε να κάνουμε με τον θεατή-δέκτη της Κύπρου, αυτού του συγκεκριμένου πολιτιστικού χώρου.

Χρησιμοποίησα τον πιο πάνω όρο, ξεκινώντας απ΄την υπόθεση πως η αισθητική εμπειρία απαιτεί την ύπαρξη και δράση, τριών βασικών στοιχείων: α) του δημιουργού-πομπού, β) του θέματος, ( της ιδέας που εκφράζεται), και γ) του δέκτη-θεατή. Τρία μόρια απαραίτητα που μας κάνουν Ένα: την Τέχνη, που σκοπό έχει την πνευματική καλλιέργεια και εξύψωση του ατόμου. Αυτά τα τρία στοιχεία, αλληλοσυμπλέκονται και από τον τρόπο που μεταξύ τους αλληλοεπηρεάζονται και λειτουργούν, καθορίζεται το ύψος του επιτεύγματος στον πολιτιστικό χώρο όπου συναντώνται.



Η ανάγκη της Τέχνης είναι σύμφυτη με τον άνθρωπο, όπως εκείνη της Θρησκείας και της Επιστήμης. « Ουκ επ΄άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος», είπεν ο Ιησούς. Η ανάγκη για πνευματική τροφή, επαληθεύει την εσωτερική ζωή του ανθρώπου, το εσωτερικό οικοδόμημα, τη συνείδηση και την ψυχή του. Όπως το σώμα απαιτεί υλική τροφή για επιβίωση, έτσι και η ψυχή, έχει ανάγκη πνευματικής τροφής για να ολοκληρωθεί στον κύκλο της εξέλιξης της.

Aυτός που κατεργάζεται ήχους, εικόνες, άπλαστην ύλη, νοήματα, και μορφοποιεί όλο αυτό το υλικό μεταπλάθοντάς το σε σύνολα ευχάριστα και γοητευτικά για τον άνθρωπο, μοιάζει μ΄ένα μικρό θεό. Εδώ έρχονται στο νου μου, τα λόγια του μεγάλου γλύπτη της εποχής μας, του Ούγγρου Brancusi: « Θέλω να ζω σαν βασιλιάς, να δουλεύω σαν σκλάβος, να δημιουργώ σαν Θεός». Είναι πράγματι σαν ένας μικρός θεός. Αυτή την ιδιαίτερη κλίση που του χάρισε η Φύση, αυτή την έμφυτη ικανότητα που την ονομάζουμε τάλαντο, θέτοντας σε κίνηση, συνδέει και κατανέμει, συνθέτει και αντιθέτει, χρώματα και τόνους, σχήματα και στίγματα, γραμμές και αποστάσεις, και δημιουργεί πάνω στην άσπρη επιφάνεια του τελάρου, εκεί που πριν δεν ήταν ζωή, την κίνηση, τον παλμό, τις αρμονίες, τις εύληπτες υποβλητικές εικόνες, ταράζοντας το συναίσθημα και θέτοντας σε κίνηση την φαντασία, αυτή την ζωοποιό δύναμη του πνεύματος. Η Τέχνη έχει να κάμει με την φαντασία. Η ανάπτυξη αυτής της ιδιότητας του πνεύματος, η καλλιέργειά της σε υψηλά σημεία μορφοπλαστικής δύναμης, καθορίζει το επίπεδο της δημιουργικής μόρφωσης και της καλλιέργειας του ατόμου.

Πού διακόπτεται αυτή η σχέση και χωλαίνει η επικοινωνία; Ο καλλιτέχνης μήπως δεν στέλνει εύληπτα σήματα ή ο θεατής μεταμορφώθηκε σε στοιχείο αδρανές και οκνό, όπου οι αισθήσεις του πλέον κατάντησαν απλώς και μόνο, όργανα εξυπηρέτησης βιολογικών και πρακτικών αναγκών; Μήπως η ιδέα δεν τον ξυπνά, γιατί είναι αδύνατη; Τάχα να έγινε μονότονος ο δημιουργός και επήλθε κούραση και δυσκινησία της φαντασίας; Αγωνιώδη ερωτήματα, γιατί θέτουν ολοκάθαρα το πρόβλημα της πολιτιστικής οπισθοδρόμησης.

Ο καλλιτέχνης είναι αναπόσπαστο μέρος του κοινωνικού συνόλου. Είναι δραστική, θα έλεγα κοινωνική μονάδα. Μαζί με το διανοούμενο και τον επιστήμονα, συντηρούν και προωθούν όλα εκείνα τα στοιχεία του πολιτισμού, που καθορίζουν τη στάθμη της εξέλιξης μιας κοινωνίας. Δραστηριοποιούν το Πνεύμα και , μέσα από τις ενέργειές τους, καθορίζουν το στίγμα της εποχής τους. Αποτελούν τη συνείδηση του ιστορικού γίγνεσθαι. Σαν πνευματικοί ταγοί, επωμίζονται την ευθύνη της μορφοποίησης και της κωδικοποίησης, των προβλημάτων, των αξιών, των μύθων, της παράδοσης, των καινούργιων ιδεών και , σαν δέκτες της παγκόσμιας αγωνίας, γίνονται με τη σειρά τους οι πομποί, που μεταδίνουν εύληπτα, στη γλώσσα και στον πολιτισμικό κώδικα του λαού μας, όλ΄αυτά τα μηνύματα. Είναι δηλ. πλάστες και συντηρητές της παράδοσης.

Το χάσμα πού δημιουργείται, πού σταματά η συνέχεια; Πώς φτάσαμε στο σημείο να μην καταλαβαίνουμε την Τέχνη; Στα όσα είπαμε και στα όσα θα πούμε παρακάτω, γίνεται προσπάθεια να απαντηθεί το ερώτημα.

΄Οσα γίνονται στον πνευματικό τομέα, λειτουργούν, ανθίζουν και καρποφορούν, μέσα απ΄ την αδιάκοπη πάλη του ανθρώπου για ευτυχία, μέσα απ΄την αδιάκοπη διακίνηση των αγαθών που παράγει, που καταναλώνει, μέσα απ΄την αέναη κίνηση της ικανοποίησης των αναγκών του ενστίκτου, και την κοινωνική ολοκλήρωση. Πράγματα αξεχώριστα, ανάγκες αλληλοσυμπληρούμενες.

Η δική μας κοινωνία, παρά την σημαντική της υλική πρόοδο, δεν αντισταθμίζει την πνευματική της φτώχεια. Παρά τη δραματική προσπάθεια της κοινωνίας μας, να φανεί πως εξευρωπαίστηκε, ανήκουμε , είτε το θέλουμε είτε όχι, στις « αναπτυσσόμενες» χώρες. Αποδεσμευόμενοι από μια αγροτική κουλτούρα αιώνων, που είχε σαν παράδοση, μόνο τη λαϊκή Τέχνη και τους Βυζαντινούς μύθους, ερχόμαστε αντιμέτωποι με πολιτιστικά στοιχεία, που τελείως φυσιολογικά « εισήχθησαν», από άτομα όπου η μόρφωσή τους έλαβε χώραν στην Ευρώπη ή σε χώρες με μεγάλη πολιτιστική παράδοση.

Η σκηνή μετατοπίζεται από το χωριό στην πόλη, όπου η ανάπτυξή της προωθεί, πιο πολύ την προσωπική έναντι της συλλογικής καλλιτεχνικής έκφρασης, εμπλουτίζοντας τον καλλιτεχνικό κώδικα με καινούρια μορφολογικά στοιχεία, που ξεφεύγουν από τη μεγάλη μας λαϊκή παράδοση. Ζωγράφοι σαν τον Διαμαντή και τον Κάνθο, μετεφύτευσαν με παλμό και συγκίνηση την προβληματική της Ευρωπαϊκής Τέχνης, και χωρίς να υποτιμήσουν αυτά που πρόσφερε η Κύπρος τότε, έδωσαν έργο αξιόλογο μα και προσιτό στον Κύπριο θεατή. Ο συμβολισμός τους ήταν ξεκάθαρος και ταυτιζόταν με την ίδια την εικόνα.

Ο Κάσιαλλος, βέβαια, αν και αυτοδίδακτος, ξεφεύγει εξίσου απ΄την συλλογική κουλτούρα και δημιουργεί δικό του καλλιτεχνικό ιδίωμα, που τον κατατάσσει δικαιωματικά ανάμεσα στους πρώτους τότε επώνυμους καλλιτέχνες. Το ίδιο, σημαντικό έργο δημιούργησαν ο Π. Γεωργίου και αργότερα, ο Χρ. Σάββα, που όμως αυτός ο τελευταίος, μετέβαλε ριζικά τον πλαστικό χώρο μετατοπίζοντας τον κοντά στο κυβιστικό ιδίωμα, κι έτσι μ΄αυτό αρχίζει και η δυσκολία πια του μέσου θεατή, να «παρακολουθήσει» και να κατανοήσει τα εικαστικά.

Αρκετά λανθασμένη βέβαια, ιδέα, ότι καταλάβαιναν τους πρώτους, επειδή ήταν πιο κοντά στη φυσική φόρμα, γιατί η κατανόηση της ποιότητας του έργου δεν είναι μονάχα η αντίληψη της παράστασης, της εικόνας, του θέματος, ( τι παριστάνει το έργο), αλλά η βαθειά αίσθηση ( ενστικτώδης, ή κατόπιν σωστής παιδείας) του οργανωμένου πλαστικού χώρου και η επικοινωνία με την ιδέα του έργου. Αν ο καλλιτέχνης βέβαια μπόρεσε, με τα δικά του μέσα, σύμβολα της Τέχνης του, να μεταδώσει καθαρά και με ένταση το μήνυμα, ώστε και αυτός να αποφορτιστεί και να «θεραπευθεί», επιτυγχάνοντας συγχρόνως το ίδιο και για τον ευαίσθητο, ετοιμασμένο, θεατή. Δηλαδή να τον «θεραπεύσει», ή να τον διδάξει, ή να τον ξυπνήσει, να τον οδηγήσει στην αποκρυστάλλωση των συναισθημάτων του και στη στερέωση της συνείδησής του. Κι εφόσον το έργο γίνεται κοινό σημείο αναφοράς, να τον καλλιεργήσει στη συλλογική αίσθηση, στην πολιτιστική κοινωνικοποίηση, που είναι λειτουργία σημαντική της Τέχνης, όταν αυτή δρα και αναπτύσσεται σε δημοκρατικά πλαίσια, και δεν χρησιμοποιείται μόνο για προπαγανδιστικούς σκοπούς.

Άς αναζητήσουμε όμως νήματα και δρόμους, πιθανές διεξόδους, για μια σωστή προσέγγιση του έργου Τέχνης. ΄Ας μεταπηδήσουμε στην Επιστήμη της Αισθητικής, κι ας πιάσουμε τον πρώτο –πρώτο όρο, που είναι η αρχή και το τέλος αυτής ταύτης της έρευνας: Το ωραίο, το όμορφο, το αρμονικό. Ο Πλάτωνας δεν άφησε ούτε αυτή την έννοια, χωρίς να την ψάξει και να την εντάξει μέσα στο καλοθεμελιωμένο έργο του. Μολονότι έβαζε την Τέχνη σε δεύτερη μοίρα, ίσως και Τρίτη, μετά την φιλοσοφία, εντούτοις στον « Ιππία τον Μείζωνα», διεξήλθε και αυτό το θέμα με τρόπο που μπορεί αν φωτίσει και σήμερα τον αναγνώστη.

( ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)